Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν...᾽ Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
῾Η πιό κατανυκτική περίοδος τῆς ᾽Εκκλησίας μας θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Διότι κατ᾽ αὐτήν προκαλεῖται ὁ πιστός νά ἀπεμπλακεῖ ἀπό ὁτιδήποτε τόν δεσμεύει μέ τό ἁμαρτωλό φρόνημα καί νά ἀνοίξει τά φτερά του στόν χῶρο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Κι ἐπειδή ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἤδη μᾶς ἔχει δοθεῖ στήν καρδιά μας διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος - ῾ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν᾽ κατά τόν Κύριο (Λουκ. 17, 21) - ἡ προσπάθεια τοῦ χριστιανοῦ, ἰδίως τήν περίοδο αὐτή, ἔγκειται στήν ἐν μετανοίᾳ στροφή μέσα στόν ἑαυτό του καί τήν εὕρεση ἐκεῖ τῆς ἤδη ὑπάρχουσας χάρης. Ἡ εὕρεση αὐτή συνιστᾶ καί τή χαρά τοῦ πιστοῦ, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ τήν ἐν Χριστῷ βίωση τῆς ᾽Αναστάσεως. ῎Ετσι ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν προβάλλεται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας παρά ὡς γεγονός πού καλεῖ σέ προσωπική μετοχή καί πού ἔδαφος καρποφορίας του ἔχει τήν καρδιά τοῦ μετανοημένου ἀνθρώπου. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ κατανοεῖται καί ὡς ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου.

Γιά τήν διπλή αὐτή διάσταση τῆς ᾽Αναστάσεως - ᾽Ανάσταση Χριστοῦ καί ἀνάσταση ἀνθρώπου – θά κάνουμε λόγο στήν συνέχεια, ἀφορμώμενοι ἀπό ἕναν διάλογο ἑνός βεβαιωμένα ἀναστημένου ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ ἐσχάτως ἀνακηρυχθέντος ἁγίου Γέροντα Πορφυρίου, μέ τόν μακαριστό πιά καθηγητή τῆς Καρδιολογίας στό Πανεπιστήμιο ᾽Αθηνῶν Γεώργιο Παπαζάχο.

῾Γ. Π.: Μιά φορά πῆγα στόν Γέροντα μετά τήν ᾽Ανάσταση. Μόλις μέ εἶδε μοῦ εἶπε:

- ῎Ασε βρέ τό καρδιογράφημα σήμερα. Σήμερα εἶναι ᾽Ανάσταση. Κάθησε νά σοῦ πῶ. Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει ῾θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν᾽;

- Τό ξέρω, Γέροντα.

- Πέστο.

῎Αρχισα νά τό λέω. ῞Οταν τελείωσα, μοῦ εἶπε:

- Τό κατάλαβες;

- Τό κατάλαβα.

Πετάγεται τότε ἀπό τό κρεβάτι του καί μοῦ λέει:

- Τίποτε δέν κατάλαβες. Τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης. Τί μπορεῖ νά κατάλαβες ἀπ᾽ αὐτό; Ξέρεις τί σημαίνει ῾θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τήν καθαίρεσιν᾽; Σημαίνει ὅτι ἐκεῖ πού εἴμαστε καταδικασμένοι γιά τόν αἰώνιο θάνατο, ὁ Θεός μᾶς πῆρε καί μᾶς ἔβγαλε ἀπέναντι, στήν αἰώνια ζωή, γεφυρώνοντας ἔτσι ἕνα χάσμα αἰώνων. Αἰῶνες ὁλόκληρους ὁ κόσμος δέν μποροῦσε νά περάσει στήν σωτηρία.

Κατάλαβες λοιπόν τί ἔκανε ὁ Χριστός; Ποιός μποροῦσε νά νεκρώσει τόν θάνατο; Κανένας. Μόνο ὁ Χριστός μας. Καί τώρα ἑορτάζομεν ῾ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν᾽ καί ῾σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον᾽. Ξέρεις τί θά πεῖ ῾σκιρτῶντες᾽; Θά πεῖ χοροπηδώντας. ῎Εχεις δεῖ τά κατσικάκια ἔξω στά χωράφια, μαζί μέ τήν μητέρα τους, πού πηδᾶνε καί πίνουν λίγο γάλα ἀπό τήν μητέρα τους καί ξαναπηδᾶνε; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα. ᾽Εμεῖς οἱ χριστιανοί θά ἔπρεπε νά ψάλλουμε τό ῾Χριστός ᾽Ανέστη᾽ καί νά σκιρτοῦμε, νά χοροπηδοῦμε. ῾Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν᾽. Δέν ὑπάρχει χαρά μεγαλύτερη ἀπ᾽ αὐτή.

Μοῦ ἔδωσε καί μιά συμβουλή σχετικά μ᾽ αὐτό τό τροπάριο:

- ῞Οταν ἔχεις ἀθυμία, ὅταν εἶσαι στενοχωρημένος γιά ὁποιοδήποτε λόγο, κάθησε καί πές ἀργά αὐτό τό τροπάριο. Συγκέντρωσε τόν νοῦ σου σ᾽ αὐτά πού λέει τό τροπάριο. Κι ἅμα δέν ἀλλάξει ἀμέσως ἡ διάθεσή σου, ἔλα νά μοῦ τό πεῖς.

Καί πράγματι τό ἔχω δοκιμάσει, κύριε ᾽Ιωαννίδη. Σκέφτομαι τούς στίχους τοῦ τροπαρίου καί λέω στόν ἑαυτό μου: ῾Τί προβλήματα ἔχεις; ᾽Εδῶ ὁ Χριστός ἀνέστη. Δέν ὑπάρχουν προβλήματα᾽.

Κλ. ᾽Ιωαννίδης: Αὐτή τήν ἀναστάσιμη χαρά μᾶς μετέδιδε πάντοτε ὁ Γέρων.

Γ. Π.: Καί φεύγαμε γεμᾶτοι᾽.

(᾽Από τό βιβλίο τοῦ Κλ. ᾽Ιωαννίδη: ῾Σύγχρονοι ἅγιοι Γέροντες, σελ. 80-81).

1. Πάσχα: ἡ μεγαλύτερη ἑορτή τῆς ᾽Ορθόδοξης ᾽Εκκλησίας.
Πολύ συχνά ἀκούγεται ὅτι τά Χριστούγεννα εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἑορτή τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Μητρόπολιν τῶν ἑορτῶν᾽ ἄλλωστε τήν χαρακτηρίζουν οἱ Πατέρες καί Διδάσκαλοί της. Κι ὥς ἕνα βαθμό τοῦτο εἶναι σωστό. ῾Η Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τῆς πίστεώς μας: μέ τήν ἐνανθρώπησή Του σωθήκαμε καί ἑνωθήκαμε μέ τόν Θεό. ῞Ομως, μεγαλύτερη ἑορτή κι ἀπό τά Χριστούγεννα θεωρεῖται ἡ ᾽Ανάσταη τοῦ Κυρίου, γιατί μέ αὐτήν ἀποκτᾶ νόημα καί ἡ Γέννηση καί γίνεται πράξη ὁ σκοπός τοῦ ἐρχομοῦ Του στήν γῆ: ἡ νίκη κατά τοῦ θανάτου καί ἡ εὕρεση τῆς ἀληθινῆς ζωῆς.

῾῎Αν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ - κατά τήν νεοελληνική ἀπόδοση τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου – τότε τό κήρυγμά μας εἶναι χωρίς νόημα, τό ἴδιο καί ἡ πίστη μας. Κι ἀκόμα παρουσιαζόμαστε ψευδομάρτυρες ἀπέναντι στόν Θεό, ἀφοῦ εἴπαμε γι᾽ αὐτόν ὅτι ἀνέστησε τόν Χριστό ἐνῶ δέν τόν ἀνέστησε, ἄν βέβαια δεχτεῖ κανείς πώς οἱ νεκροί δέν ἀνασταίνονται. Γιατί ἄν οἱ νεκροί δέν ἀνασταίνονται, τότε οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ. Κι ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, ἡ πίστη σας εἶναι χωρίς περιεχόμενο. Ζεῖτε ἀκόμα μέσα στίς ἁμαρτίες σας᾽ (Α´ Κορ. 15, 14-17).

῎Ετσι ἡ Γέννηση παραπέμπει στό Πάσχα καί τό Πάσχα θεωρεῖται ὡς συνέχεια καί ἀποκορύφωμα τῆς Γέννησης. ῞Ολα στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἄλλωστε παρουσιάζονται ἑνοποιημένα, ἐνῶ τό τέλος (ἡ ᾽Ανάσταση) ἀποκαλύπτει καί τή σημασία τῆς ἀρχῆς (τῆς Γέννησης). ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὡς ἑξῆς ἐπισημαίνει τήν παραπάνω ἀλήθεια στόν 45ο λόγο του, πού εἶναι ἀφιερωμένος στό Πάσχα.

῾Πάσχα τοῦ Κυρίου, Πάσχα, καί πάλι θά πῶ Πάσχα, πρός τιμή τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Αὐτή εἶναι ἡ γιορτή τῶν γιορτῶν καί τό πανηγύρι τῶν πανηγυριῶν, πού ξεπερνᾶ τόσο πολύ ὅλες τίς ἄλλες, ὄχι μόνο τίς ἀνθρώπινες καί ἀπ᾽ τά κάτω προερχόμενες, ἀλλ᾽ ἀκόμη τίς γιορτές τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί αὐτές πού τελοῦνται πρός τιμήν Του, ὅσο ξεπερνᾶ ὁ ἥλιος τούς ἀστέρες᾽.

2. ῾Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν...᾽.
Περιεχόμενο ἀκριβῶς τῆς ἑορτῆς τῆς ᾽Αναστάσεως εἶναι ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου. Τό ἀναστάσιμο τροπάριο πού μνημόνευε ὁ ἅγιος Πορφύριος, ἐπισημαίνει τήν πραγματικότητα: ῾Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ῞Αδου τήν καθαίρεσιν...᾽. ῾Ο θάνατος εἰσῆλθε στήν ἀνθρωπότητα μέ τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου. ῾Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος᾽ (Ρωμ. 5, 12). Γιατί ἡ ἁμαρτία ὡς ἐπανάσταση κατά τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ἀπομακρύνει ἀπό ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς. ῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος βίωσε πρῶτα τόν θάνατο στό πνευματικό ἐπίπεδο - ἔχασε τή ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό – καί ὕστερα καί στό σωματικό, λόγω τῆς στενῆς σχέσεως ψυχῆς καί σώματος. ῾Ο θάνατος λοιπόν ἦταν τό τίμημα γιά τόν ἄνθρωπο τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας του. ᾽Ενῶ εἶχε δημιουργηθεῖ μέ τήν προοπτική τῆς ἀθανασίας, ἄν παρέμενε σέ ἁρμονική ἐν ὑπακοῇ σχέση μέ τόν Θεό Πατέρα, λόγω τῆς ἀνυπακοῆς του καί τῆς ὑποδούλωσής του στήν ἁμαρτία ἔφερε τόν θάνατο.

῾Ο Χριστός ἦλθε στόν κόσμο ἀκριβῶς ῾ἵνα ζωήν ἔχωσιν (οἱ ἄνθρωποι) καί περισσόν ἔχωσιν᾽ (᾽Ιωάν. 10,10). Δέν ἦλθε γιά νά φέρει στόν κόσμο μία νέα ἴσως καί βελτιωμένη φιλοσοφία - ἀπό φιλοσοφίες καί ὡραῖες διδασκαλίες εἶχε χορτάσει ὁ κόσμος. ῏Ηλθε καί σήκωσε τό φράγμα τῆς ἁμαρτίας, ἀπό τό ὁποῖο στέναζε ὁ ἄνθρωπος: ὁ Χριστός πάνω στόν Σταρό εἶναι ῾ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽, καί γι᾽ αὐτό κατήργησε καί τό ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας, τόν θάνατο. Τόν πνευματικό θάνατο καταρχάς, ἀφοῦ συμφιλίωσε καί πάλι τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, καί βεβαίως καί τόν σωματικό ἔπειτα, ἀνασταίνοντας τόν ἑαυτό Του καί διά τοῦ ἑαυτοῦ Του καί ὅλους τούς πιστούς σέ Αὐτόν, τῆς ἐποχῆς Του καί κάθε ἐποχῆς. Τήν ἀλήθεια αὐτή τή βλέπουμε ἀνάγλυφα καί στήν ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς ᾽Αναστάσεως: ὁ Κύριος ῾πατάει᾽ τόν θάνατο, ἀνασταίνεται μέσα στό φῶς τῆς θεϊκῆς Του δόξας καί δυνάμεως καί ῾τραβάει᾽ ἀπό τόν ἅδη, τόν χῶρο τῶν νεκρῶν, τόν ᾽Αδάμ καί τήν Εὔα ὡς ἐκπροσώπους τῆς ἀνθρωπότητος.

῎Ετσι ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ νίκη τῆς ζωῆς κατά τοῦ θανάτου, ἀφενός ἀποτελεῖ τήν ἄλλη ὄψη τοῦ Σταυροῦ Του, ἀφετέρου συνιστᾶ καί τήν ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἤδη ὁ πνευματικός θάνατος ἀπό τή ζωή αὐτή ἔχει καταργηθεῖ. ῾Ο πιστός ἄνθρωπος ζεῖ ἀπό τώρα ἀναστημένος, δηλαδή συμφιλιωμένος μέ τόν Θεό, ἐνῶ προσδοκᾶ μέ χαρά καί τό ξεπέρασμα τοῦ σωματικοῦ θανάτου, πού θά γίνει πραγματικότητα μέ τόν ἐρχομό καί πάλι τοῦ Χριστοῦ στή Δευτέρα Του Παρουσία. ῾Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν᾽ κατά τό σύμβολο τῆς πίστεως.

Ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων κάθε ἐποχῆς ἐπιβεβαιώνει τά παραπάνω: νιώθουν ὅτι δέν ὑπάρχει πιά θάνατος. ῾Η παρουσία τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ συνέχει τήν ζωή τους καί γι᾽ αὐτό ἡ μόνιμη ἐπωδός τους σέ κάθε λόγο τους εἶναι τό ῾Χριστός ᾽Ανέστη᾽! Γνωρίζουμε γιά παράδειγμα ὅτι ὁ χαιρετισμός τοῦ ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ ὅλο τόν χρόνο ἦταν τό ῾Χριστός ᾽Ανέστη, χαρά μου!᾽, ἐνῶ, γιά νά μνημονεύσουμε καί πάλι τόν Γέροντα Πορφύριο, ὅταν ρωτήθηκε ὁ ἴδιος ἀπό κάποιον γιατρό τί συμβαίνει μέ τόν θάνατο, ἀπάντησε μέ χαμόγελο: μά δέν ὑπάρχει θάνατος! Γιά τούς ἁγίους λοιπόν ὁ θάνατος ἔχει καταργηθεῖ ἐν Χριστῷ, ἐνῶ ὁ σωματικός θάνατος κατανοεῖται ὡς ἡ θύρα, ἀπό τήν ὁποία εἰσέρχεται κανείς στήν ἀτελεύτητη ζωή.

Τό ζητούμενο πιά μετά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου καί τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ Του ἔργου στόν κόσμο εἶναι ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου σέ ᾽Εκεῖνον καί ἡ μετοχή καί ἡ κοινωνία στήν ζωή Του, πού ἐπιτυγχάνεται μέσα στήν ᾽Εκκλησία διά τῶν μυστηρίων, ἰδίως τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καί τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Διότι ναί μέν ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ προσφέρεται καί ὡς ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως ἀπαιτεῖται καί ἡ δική του συγκατάθεση καί ἀποδοχή. ῎Αν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, ὁ θάνατος, πνευματικός καί σωματικός, θά συνεχίσει νά καταδυναστεύει τήν ζωή του.

3. Καινή ἐν Χριστῷ ζωή.
῾Η συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ σημαίνει, εἴπαμε, τήν κατάργηση ἀπό τή ζωή αὐτή τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, τῆς ἀποκοπῆς ἀπό τόν Θεό. ῾Ο ἄνθρωπος ζεῖ ἀναστημένος, δηλαδή συμφιλιωμένος μέ τόν Θεό, μέ τόν συνάνθρωπό του, μέ τόν ἑαυτό του, μέ τή φύση ὅλη. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ζεῖ μιά καινούργια ζωή, τήν ἐν Χριστῷ ζωή. ῾Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσις᾽, ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β´ Κορ. 5, 17). Πρόκειται γιά τήν πραγματικότητα πού σημειώνει καί πάλι τό παραπάνω ἀναστάσιμο τροπάριο: ῾...ἄλλη βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν (ἑορτάζομεν)᾽. Μέ τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ δηλαδή γιορτάζουμε τό ξεκίνημα μίας ἄλλης ζωής, τῆς αἰώνιας, ἡ ὁποίας ὅμως ἔχει τίς ἀπαρχές της ἤδη στή ζωή αὐτή, στό βαθμό πού πιστεύει κανείς στόν Χριστό.

Περιεχόμενο τῆς ἀναστημένης νέας ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Διότι ῾ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί᾽ (Α´ ᾽Ιωάν. 4, 16) καί ὁ Χριστός τήν ἀγάπη φανέρωσε μέ ὅλη τήν πορεία τῆς ζωῆς Του. ῎Ετσι ὁ χριστιανός ὅσο ἀγαπᾶ, τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπό του, τόσο καί γεύεται τήν αἰώνια ζωή, ἐνῶ νιώθει νά ξεπερνᾶ τόν θάνατο, τόν ὁποῖο σταλάζει μέσα του ὁ ἐγωϊσμός τῆς ἁμαρτίας.

Σχηματικά θά λέγαμε ὅτι ἡ νέα ἐν Χριστῷ ζωή τοῦ χριστιανοῦ ἔχει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: τήν π ί σ τ η στόν Χριστό, τήν ἀ γ ά π η πρός τόν συνάνθρωπο, τήν ἐ λ π ί δ α στόν ῾καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης᾽ Χριστό. ῾Νυνί δέ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τά τρία ταῦτα. Μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη᾽ (Α´ Κορ. 13, 13).

4. ῾καί σκιρτῶντες τιμῶμεν τόν αἴτιον᾽.
Ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό περιεχόμενο τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς πού ἔφερε ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ, προκαλεῖ στόν πιστό κύματα χαρᾶς καί δοξολογίας πρός τόν Θεό. ῾Ο πιστός χαίρει καί δοξάζει τόν Θεό ἐν Χριστῷ, γιατί ὁ μεγαλύτερος καί ῾ἔσχατος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου᾽ (Α´ Κορ. 15, 26), ὁ θάνατος, καταργήθηκε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ χαρά τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι κάτι τό παροδικό. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά ἐφήμερες αἰσθησιακές χαρές πού συνήθως συνοδεύονται ἀπό θλίψη καί ἐσωτερικό κενό. ῾Η χαρά τοῦ χριστιανοῦ εἶναι βαθειά, μόνιμη καί ἀναφαίρετη. Διότι ἦλθε ὡς τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐγκατοίκησης τοῦ Χριστοῦ στό βάθος τῆς καρδιᾶς του. ῾Καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ᾽ ὑμῶν᾽ (᾽Ιωάν. 16, 22). ῾Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε᾽ (Φιλ. 4,4).

῎Ετσι ἡ ᾽Ανάσταση δέν ἀφήνει περιθώρια θλίψεως, μελαγχολίας καί ἀπογοητεύσεως – τά συμπτώματα τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. ᾽Αντιθέτως κινητοποιεῖ πάντοτε τόν πιστό νά σηκώνεται ἀπό ὁποιαδήποτε πτώση καί θλίψη του καί νά βλέπει μέ αἰσιοδοξία τή ζωή. ῾῞Οταν ἔχεις ἀθυμία, ὅταν εἶσαι στενοχωρημένος γιά ὁποιοδήποτε λόγο, κάθησε καί πές ἀργά αὐτό τροπάριο...Κι ἅμα δέν ἀλλάξει ἀμέσως ἡ διάθεσή σου, ἔλα νά μοῦ τό πεῖς᾽.

Χωρίς ὑπερβολή ὁ ἐν Χριστῷ ἀναστημένος ἄνθρωπος κυριαρχεῖται ἀπό τά δύο αὐτά ῾παράδοξα᾽: ἀπό βαθειά προσήλωση καί ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί ἀπό μεγάλη χαρά. ῾...καί σκιρτῶντες τιμῶμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν Πατέρων, Θεόν καί ὑπερένδοξον᾽. Γίνεται δηλαδή ἀπό τή ζωή αὐτή ὁ πιστός ἕνας μικρός Χριστός.

῾Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ῞Αδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καί σκιρτῶντες τιμῶμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν Πατέρων, Θεόν καί ὑπερένδοξον᾽.

(᾽Αναστάσιμο τροπάριο ἑβδόμης (ζ´) ὠδῆς τοῦ κανόνος τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα).

Σχέση μεταξύ ψυχής, νοός, καρδιάς και διανοίας (λογικής) Μητροπολ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου

 
 
Πηγή: Ιεροθέου Βλάχου: "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία" σελίδες 111-115. (Ι.Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) 3η Έκδοση Λεβαδία 1989).
Είναι αναγκαίο για έναν Χριστιανό που εμβαθύνει στην ψυχοθεραπευτική μέθοδο της Εκκλησίας, να γνωρίζει την έννοια των βασικών όρων που περιέχονται στα ψυχοθεραπευτικά κείμενα των αγίων μας, αυτές τις συνταγές θεραπείας του ανθρώπου. Προς το σκοπό αυτό, ανεκτίμητο είναι το εξαιρετικό βιβλίο του σεβ. Ιεροθέου Βλάχου "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία", από το οποίο παραθέτουμε απόσπασμα από τις σελίδες 111-115. (Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) 3η Έκδοση Λεβαδία 1989).

1. Η εναλλαγή των όρων
    Στα κείμενα της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων γίνεται μια σύγχυση αλλά και διάκριση μεταξύ των όρων ψυχής, νοός, καρδίας και διανοίας. Όποιος εντρυφά στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων και την Καινή Διαθήκη το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι αυτή η σύγχυση μεταξύ αυτών των εννοιών και όρων. Οι όροι αυτοί εναλλάσσονται. Το θέμα με απασχολούσε από πολλά έτη και προσπαθούσα να βρω μια λύση. Διαβάζοντας την σχετική βιβλιογραφία διαπίστωνα την αδυναμία των ερμηνευτών, εκτός εξαιρέσεων, να καθορίσουν την σχέση και την διάκριση αυτών των όρων. Γι’ αυτό στην παράγραφο αυτή θα προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε τους όρους και να διαγράψουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία κινείται κάθε όρος.
    Έχουμε έως τώρα αναπτύξει ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι το κατ’ εικόνα, και επειδή η ψυχή ζωοποιεί συνημμένο σώμα, γι’ αυτό το κατ’ εικόνα του ανθρώπου είναι ισχυρότερο από το κατ’ εικόνα των αγγέλων. Επειδή η ψυχή βρίσκεται μέσα σε όλο του σώμα, «πανταχού του σώματος», γι’ αυτό μπορεί να θεωρηθή κατ’ εικόνα και όλος ο άνθρωπος και αυτό ακόμη το σώμα. Είναι χαρακτηριστικό το τροπάριο του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού που ψάλλεται στην εξόδιο ακολουθία. «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού, πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον μη έχουσαν είδος». Είναι φανερό ότι στο τροπάριο αυτό το κατ’ εικόνα αναφέρεται στο σώμα που βρίσκεται στον τάφο.
 
2. Νους και ψυχή
            Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης και των αγίων Πατέρων η ψυχή ταυτίζεται με τον νου. Οι όροι νους και ψυχή εναλλάσσονται. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, βέβαια, γράφει ότι ο νους είναι το καθαρότερο μέρος της ψυχής, είναι ο οφθαλμός της ψυχής: «...ουχ έτερον παρ’ εαυτήν τον νουν, αλλά μέρος αυτής το καθαρώτατον (ώσπερ γαρ οφθαλμός εν σώματι, ούτως εν ψυχή νους)...». Όπως στο σώμα υπάρχει οφθαλμός έτσι, κατά τον άγιο, και ο νους είναι ο οφθαλμός της ψυχής [71].
            Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς χρησιμοποιεί τον όρο νου με δυο σημασίες. Νους είναι και ολόκληρη η ψυχή, το κατ’ εικόνα, νους είναι και μια δύναμη της ψυχής, όπως εξηγήσαμε σε άλλη παράγραφο, γιατί όπως ο Τριαδικός Θεός είναι Νους, Λόγος και Πνεύμα, έτσι και η ψυχή έχει νου, λόγο και πνεύμα. Κατά τον αγιορείτη άγιο, ο νους ταυτίζεται με την ψυχή, αλλά είναι και μια δύναμη της ψυχής. Ένα χαρακτηριστικό χωρίο θα αναφέρω στο οποίο υπάρχουν αυτές οι έννοιες. Μετά την δημιουργία του ανθρώπου οι άγγελοι, γράφει ο αγιορείτης άγιος, έβλεπαν με τους οφθαλμούς τους «την αισθήσει και σαρκί συνημμένην του ανθρώπου ψυχήν και θεόν άλλον εώρων, μη γεγενημένον μόνον επί γης δι’ αγαθότητα θείαν, νουν τε και σάρκα τον αυτόν, αλλά δι’ υπερβολήν ταύτης και κατά Θεού χάριν μεμορφωμένον, ως είναι τον αυτόν σάρκα και νουν και πνεύμα και το κατ’ εικόνα και ομοίωσιν θείαν την ψυχήν έχειν εντελώς ως ενιαίαν ούσαν  εν νω και λόγω και πνεύματι» [72].
            Στο κείμενο αυτό φαίνονται τα ακόλουθα. Στην αρχή γίνεται λόγος για την ψυχή που συνδέεται με την σάρκα και τις αισθήσεις. Λίγο πιο κάτω εναλλάσσονται οι όροι ψυχή και νους. Αντί της ψυχής χρησιμοποιεί τον νουν, «νουν τε και σάρκα τον αυτόν». Στην συνέχεια χρησιμοποιεί την διαίρεση σάρκα, νουν και πνεύμα, το οποίο  πνεύμα είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, αφού ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο μόνον από ψυχή και σώμα, αλλά τον έκανε και κεχαριτωμένο, «και ου τούτο μόνον, αλλά και κεχαριτωμένην θείως. Τοιαύτη γαρ η όντως ζώσα ψυχή»[73]. Ύστερα από αυτά γράφει ότι η ψυχή είναι κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού «έχειν εντελώς ως ενιαίαν  ούσαν εν νω και λόγω και πνεύματι». Φαίνεται λοιπόν καθαρά  στο κείμενο αυτό ότι η ψυχή είναι κατ’ εικόνα Θεού, ότι ο νους άλλοτε  ταυτίζεται με την ψυχή και άλλοτε θεωρείται μία δύναμη της ψυχής, είναι ο οφθαλμός της ψυχής, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
            Η ταύτιση νου και ψυχής φαίνεται καθαρά και σε άλλο χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Γράφει σε ένα κεφάλαιό του: «Το γαρ κατ’ εικόνα τούτο, ουχ η του σώματος έχει θέσις, αλλ’ η του νου πάντως φύσις, ου μηδέν κατά φύσιν κρείττον»[74].
            Η ψυχή του ανθρώπου, ως κατ’ εικόνα Θεού, είναι τριαδική. Είναι νους, λόγος και πνεύμα. Αφού ο νους με την γενική έννοια ταυτίζεται με την ψυχή σημαίνει πως και ο νους έχει τρεις δυνάμεις. Ενώ ο νους είναι μια από τις δυνάμεις της ψυχής, συγχρόνως είναι και όλη η ψυχή. Ένα χαρακτηριστικό χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά θα αναφέρουμε. «Όταν το ενιαίον του νου γένηται τρισσόν, μένον ενιαίον, τότε συνάπτεται τη Θεαρχική Τριάδι Μονάδι... Γίνεται δε το ενιαίον του νου τρισσόν, μένον ενιαίον, εν τη προς εαυτόν στροφή και τη δι’ εαυτού προς Θεόν ανόδω»[75]. Έτσι η ψυχή «εν εστι πολυδύναμον πράγμα»[76] της οποίας μία δύναμις είναι ο νους, αλλά παρά ταύτα και όλη η ψυχή με τις τρεις δυνάμεις της είναι και λέγεται νους.
            Είχαμε δει προηγουμένως ότι το κατ’ εικόνα αναφέρεται από τους Πατέρας στην ψυχή. Αλλά ταυτόχρονα λέγεται ότι το κατ’ εικόνα αναφέρεται και στον νου: «Το κατ’ εικόνα τούτο, ουχ η του σώματος έχει θέσις, αλλ’ η του νου πάντως φύσις»[77].
            Εφ’ όσον ο Θεός έχει ουσία και ενέργεια, και η ψυχή, που είναι κατ’ εικόνα του Θεού, έχει ουσία και ενέργεια. Αλλά επειδή, όπως είδαμε, και ο νους ταυτίζεται με την ψυχή, αφού νους και ψυχή είναι όροι που εναλλάσσονται, γι’ αυτό και ο νους έχει ουσία και ενέργεια.
            Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς με όλη του τη σοφία και την διάκριση αναλύει αυτήν την πραγματικότητα. Ουσία της ψυχής είναι η καρδία και ενέργεια της ψυχής είναι η «εν λογισμοίς συνισταμένη και νοήμασι». Επομένως και ο νους έχει ουσία και ενέργεια. Γι’ αυτό τον λόγο με τον όρο νου άλλοτε εννοούμε την ουσία και άλλοτε εννοούμε την ενέργεια. Γράφει χαρακτηριστικά ο άγιος. «Νους λέγεται και η του νου ενέργεια εν λογισμοίς συνισταμένη και νοήμασι. Νους εστι και η ενεργούσα ταύτα δύναμις, ήτις και καρδία καλείται παρά της Γραφής»[78]. Επειδή την εποχή του αγίου Γρηγορίου οι σύγχρονοί του τον κατηγορούσαν, όταν ομιλούσε για επιστροφή του νου στην καρδιά, ο άγιος γράφει «αγνοούσι γαρ, ως έοικεν, ότι άλλο μεν ουσία νου, άλλο δε ενέργεια...»[79].
 
3. Νους και καρδιά
            Νους λέγεται και η ουσία της ψυχής, δηλαδή η καρδιά. Σε πολλά χωρία της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων υπάρχει αυτή η ταύτιση μεταξύ νου και καρδιάς, αφού εναλλάσσονται οι όροι καρδιά και νους. Ο Κύριος μακαρίζει τους καθαρούς στην καρδιά: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8). Στην καρδιά αποκαλύπτεται ο Θεός και εκεί Τον γνωρίζω ο άνθρωπος. Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι εκεί γίνεται ο φωτισμός του Θεού: «ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. δ’, 6). Ο ίδιος ο Απόστολος εύχεται «ίνα ο Θεός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο πατήρ της δόξης, δώη υμίν πνεύμα σοφίας και αποκαλύψεως εν επιγνώσει αυτού, πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της καρδίας υμών, εις το ειδέναι υμάς...» (Εφεσ. α’, 17-18). Η καρδιά δέχεται την αποκάλυψη της επιγνώσεως του Θεού. Αλλού αυτή η καρδιά αντικαθίσταται με τον νου. Ο Κύριος μετά την Ανάστασή Του, ευρεθείς μεταξύ των Μαθητών Του, «διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. κδ’, 45). Επειδή ο άνθρωπος με την διάνοιξη των οφθαλμών της καρδίας και με την κάθαρση της καρδιάς γνωρίζει τον Θεό, γι’ αυτό το «διήνοιξεν τον νουν» ταυτίζεται με το «διήνοιξεν την καρδίαν». Επίσης το «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» πιστεύω πως συνδέεται με το αποστολικό χωρίο «...μεταμορφούσθαι τη ανακαινώσει του νοός υμών...» (Ρωμ. ιβ’, 2).
            Άρα στο σημείο αυτό ο νους λέγεται και καρδιά και οι δυο όροι νους – καρδιά εναλλάσσονται. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ερμηνεύοντας τον λόγο του Χριστού «τα ενόντα δότε ελεημοσύνην, και ιδού άπαντα καθαρά υμίν έσται» (Λουκ. ια’, 41), λέγει «ως μηκέτι τοις περί το σώμα σχολαζόντων πραγμάσιν, αλλά τον νουν καθαίρειν σπευδόντων από μίσους και ακρασίας, ον καρδίαν ονομάζει ο Κύριος∙ ταύτα γαρ τον νουν ρυπούντα, ουκ εώσι βλέπειν τον εν αυτώ κατοικούντα Χριστόν δια της χάριτος του Αγίου Βαπτίσματος»[80]. Νους λοιπόν λέγεται και η ουσία της ψυχής, δηλαδή η καρδιά. Με αυτήν την έννοια νους και καρδιά ταυτίζονται, αφού στον νου κατοικεί ο Χριστός.
           
4. Νους και διάνοια
            Νους όμως λέγεται και η ενέργεια του, «η εν λογισμοίς συνισταμένη και νοήμασι». Ο Απόστολος Παύλος στην προς Κορινθίους επιστολή του γράφει: «εάν γαρ προσεύχωμαι γλώσση, το πνεύμα μου προσεύχεται, ο δε νους μου άκαρπός εστι, τι ουν εστι; Προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι δε και τω νοΐ∙ ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και τω νοΐ» (Α’ Κορ. ιδ’, 14-15). Στο χωρίο αυτό το πνεύμα είναι το χάρισμα της γλωσσολαλιάς, ο νους είναι η διάνοια. Ο νους λοιπόν εδώ ταυτίζεται με την διάνοια, την λογική. Με την έννοια αυτήν υπάρχουν πολλά χωρία μέσα στην Αγία Γραφή.
            Πέρα από αυτά ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, χαρακτηρίζοντας την λογική λόγο και την καρδιά, που είναι το κέντρο της υπάρξεώς μας με το οποίο αποκτούμε την γνώση του Θεού, νου, παρουσιάζει την διαφορά και την ενέργεια κάθε λειτουργίας. «Νους μεν καθαρός, ορθά βλέπει τα πράγματα. Λόγος δε γεγυμνασμένος, υπ’ όψιν άγει τα οραθέντα»[81]. Ο νους (καρδιά) είναι εκείνος που βλέπει καθαρά τα πράγματα και γι’ αυτό πρέπει να καθαρίζεται, και ο λόγος, η λογική, είναι εκείνη που διατυπώνει και εκφράζει τα οραθέντα. Με αυτό το χωρίο φθάνουμε στο σημείο να ισχυρισθούμε ότι για να είναι κανείς Πατήρ της Εκκλησίας δεν πρέπει να έχη μόνο νου καθαρό, αλλά και έκφραση, δηλαδή γεγυμνασμένο λόγο για να εκφράζη αυτές τις υπέρ φύσιν πραγματικότητες κατά το δυνατόν.
 
5. Νους και προσοχή
            Άλλοι Πατέρες με το νουν ορίζουν την προσοχή, που είναι λεπτοτέρα της διανοίας[82]. Ο Θεόληπτος Φιλαδελφείας συνδέει τον νου με την προσοχή, τον λόγο με την επίκληση, το πνεύμα με την κατάνυξη και την αγάπη. Όταν κατ’ αυτόν τον τρόπο λειτουργούν οι δυνάμεις της ψυχής, τότε «όλος ο ένδον άνθρωπος λειτουργεί τω Κυρίω». Είναι όμως δυνατόν η διάνοια να προφέρη τα ρήματα της ευχής, αλλά ο νους (η λεπτομέρεια προσοχή) να μη συνοδεύη, να εκτρέπεται με διάφορες έννοιες και να διολισθαίνη από την γνώση του Θεού. «Πολλάκις γαρ αυτής (της διανοίας) διερχομένης τα ρήματα της ευχής, ο νους ου συνοδεύει, ουκ ενατενίζει τω Θεώ, προς ον και η κατά την προσευχήν διαλογή γίνεται∙ εκτρέπεται δε υπό τινων εννοιών λεληθότως. Και η μεν διάνοια λέγει συνήθως τα ρήματα∙ ο δε νους της του Θεού γνώσεως διολισθαίνει. Όθεν και τότε η ψυχή ακατανόητος και αδιάθετος φαίνεται, ως του νου σκορπιζομένου εις τινας φαντασίας και μετεωριζομένου, ή προς α κλέπτεται ή βούλεται»[83].
            Ο νους λοιπόν αυτός, που είναι όχι απλώς οι λογισμοί, αλλά η λεπτοτέρα προσοχή, πρέπει να επιστρέψη στην καρδιά, στην ουσία της ψυχής, που βρίσκεται, ως εν οργάνω, μέσα στο σαρκικό όργανο της καρδιάς, αφού το σαρκικό όργανο της καρδιάς είναι «το του λογιστικού ταμείον και πρώτον σαρκικόν όργανον λογιστικόν». Έτσι τον νου, που διαχέεται δια των αισθήσεων προς τα έξω, πρέπει να τον συγκεντρώσουμε και να τον επαναφέρουμε «προς αυτήν ταύτην την καρδίαν, το των λογισμών ταμείον»[84].
            Το θέμα του νου δεν το εξαντλήσαμε, απλώς στην παράγραφο αυτή θελήσαμε να ξεχωρίσουμε κάπως τους όρους νου, καρδιά, ψυχή και να εντοπίσουμε την σχέση τους και την διαφορά τους. Θα επανέλθουμε σ’ αυτές τις έννοιες, όταν γίνη εκτενέστερος λόγος για τον νου, την καρδιά και τους λογισμούς.
            Συνοπτικά στην παράγραφο αυτή θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι ο όρος νους είναι πολυσήμαντος μέσα στην βιβλικοπατερική παράδοση. Ο νους ταυτίζεται με την ψυχή, αλλά συγχρόνως είναι και μία ενέργεια της ψυχής. Όπως η ψυχή έτσι και ο νους είναι το κατ’ εικόνα Θεού. Και όπως η ψυχή διαιρείται σε ουσία και ενέργεια, έτσι και ο νους διαιρείται σε ουσία και ενέργεια. Και όπως στον Θεό η ουσία και η ενέργεια διαιρούνται αδιαιρέτως, το ίδιο γίνεται και στον νου. Γι’ αυτό τον λόγο σε άλλα σημεία οι Πατέρες νου χαρακτηρίζουν την ουσία, δηλαδή την καρδιά, οπότε ο νους στην περίπτωση αυτή ταυτίζεται με την καρδιά και σε άλλα σημεία νου χαρακτηρίζουν και την ενέργεια, τα νοήματα και τους λογισμούς και την λεπτοτέρα προσοχή που διαχέεται έξω δια των αισθήσεων, οπότε χρειάζεται να επανέλθη στην καρδιά. Κυρίως οι άγιοι Πατέρες νου χαρακτηρίζουν την καρδιά και την ψυχή γενικότερα, χωρίς να αποκλείουν και την άλλη ονομασία που αναφέραμε προηγουμένως.
            Χάσαμε την παράδοσή μας γι’ αυτό και πολλοί από μας ταυτίζουμε τον νου με την λογική. Δεν υποπτευόμαστε καθόλου ότι εκτός από την λογική υπάρχει και άλλη δύναμη που έχει μεγαλύτερη αξία, δηλαδή ο νους, η καρδιά. Όλος ο πολιτισμός είναι πολιτισμός απωλείας της καρδιάς. Και κάτι που δεν έχει ο άνθρωπος μέσα του δεν μπορεί να το αντιληφθή. Η καρδιά νεκρώθηκε, ο νους σκοτίσθηκε και δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την παρουσία τους. Γι’ αυτό και χρειάσθηκε να γίνη αυτό το ξεκαθάρισμα. Για τον άνθρωπο που έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, γι’ αυτόν που βρίσκεται «εν τη αποκαλύψει» δεν χρειάζονται πολλές διασαφήσεις, γιατί αυτός γνωρίζει από την πείρα του την παρουσία και την ύπαρξη του νοός, της καρδιάς.


[71] αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδοσις... ένθ. ανωτ. σελ. 152
[72] Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμος Α’, σελ. 85
[73] ένθ. ανωτ. σελ. 85
[74] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 142, κζ’
[75] ένθ. ανωτ. σελ. 132, β’
[76] αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 133, γ’
[77] αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 142, κζ’
[78] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 133, γ’
[79] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 128
[80] Φιλοκαλία Β’, σελ. 48, ογ’
[81] ένθ. ανωτ. σελ. 27, κζ’
[82] Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 2ος, σελ. 132
[83] Θεολήπτου Φιλαδελφείας, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 8
[84] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 126

Ιεροθέου Βλάχου: "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία" σελίδες 111-115. (Ι.Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) 3η Έκδοση Λεβαδία 1989).

Κάλλιστος Γουέαρ, Επίσκοπος Διοκλείας Ο Ορθόδοξος Δρόμος


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ


"Ήρθε κάποτε στον Άγ. Αντώνιο, στην έρημο, ένας από τους σοφούς της εποχής και είπε: «Πάτερ πώς μπορείς και αντέχεις να ζεις εδώ, στερημένος απ΄όλη την παρηγοριά των βιβλίων». Ο Αντώνιος απάντησε: « Το βιβλίο μου, φιλόσοφε, είναι η φύση των δημιουργημάτων, και οποτεδήποτε επιθυμήσω, μπορώ να διαβάσω μέσα σ' αυτήν τα έργα του Θεού»."
(Ευάγριος ο Ποντικός)

"Κατανόησε ότι έχεις μέσα σου -σε μικρή κλίμακα- ένα δεύτερο σύμπαν: μέσα σου υπάρχει ένας ήλιος, υπάρχει μια σελήνη και υπάρχουν κι αστέρια."
(Ωριγένης)


ΚΟΙΤΑΞΕ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

Η ηθοποιός Lillah McCarthy περιγράφει πώς κάποτε πήγε σε μεγάλη δυστυχία να δει τον George Bernard Shaw, όταν την εγκατέλειψε ο άντρας της:

Έτρεμα. Ο Shaw καθόταν πολύ ήσυχος. Η φωτιά μου έφερνε ζεστασιά... Δεν ξέρω πόση ώρα καθήσαμε έτσι, αλλά σε λίγο βρέθηκα να περπατώ με σερνάμενα βήματα έχοντας δίπλα μου τον Shaw... πάνω-κάτω στην Adelphi Terrace. Το βάρος που με πίεζε, έγινε ελαφρύτερο κι έτσι άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν, που ποτέ δεν θα ερχόντουσαν πριν. Μ' άφησε να κλάψω. Ύστερα άκουσα μια φωνή με την οποία μιλούσε όλη η απαλότητα και η τρυφερότητα του κόσμου. Έλεγε: «Κοίταξε, αγαπητή, κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Υπάρχουν περισσότερα στη ζωή απ' αυτό. Υπάρχουν πολύ περισσότερα».

Οποιαδήποτε κι αν ήταν η πίστη του στο Θεό ή ακόμη κι αν δεν πίστευε καθόλου, ο Shaw εδώ δίνει μια μαρτυρία για κάτι που είναι θεμελιακό για την πνευματική Οδό. Δεν πρόσφερε αβρά λόγια παρηγοριάς στη Lillah McCarthy ούτε προσποιήθηκε ότι ο πόνος της θα ήταν εύκολος να τον σηκώσει. Αυτό που έκανε ήταν πιο διορατικό. Της είπε να κοιτάξει για μια στιγμή έξω από τον εαυτό της, από την προσωπική της τραγωδία και ν' αντικρύσει τον κόσμο μέσα στην αντικειμενικότητά του, να νιώσει το θαύμα και την ποικιλία του, την «κατάστασή» του. Και η συμβουλή του εφαρμόζεται σε όλους μας. Όσο κι αν πιέζομαι απ' τη δική μου ή των άλλων τη στενοχώρια, δεν πρέπει να ξεχνώ ότι υπάρχει πολύ περισσότερη απ' αυτή στον κόσμο, πολύ περισσότερη.

Ο άγ. Ιωάννης της Κροστάνδης λέει: «η προσευχή είναι μια κατάσταση από συνεχή ευγνωμοσύνη». Αν δε νιώθω ένα αίσθημα χαράς μέσα στη δημιουργία του Θεού, αν ξεχνώ να προσφέρω τον κόσμο πίσω στο Θεό μ' ευγνωμοσύνη, έχω προχωρήσει πολύ λίγο στην Οδό. Δεν έχω μάθει ακόμη να είμαι αληθινά ανθρώπινος. Γιατί μόνο με την ευγνωμοσύνη μπορώ να γίνω ο εαυτός μου. Η χαρούμενη ευγνωμοσύνη χωρίς να είναι συναισθηματική ή με διάθεση φυγής απ' την πραγματικότητα, είναι αντίθετα ρεαλιστική απόλυτα -αλλά με το ρεαλισμό ενός που βλέπει τον κόσμο μέσα στο Θεό, σαν θείο δημιούργημα.


Η ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΑ ΓΕΦΥΡΑ.

«Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες» (Λειτουργία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου). Πώς μπορούμε να καταλάβουμε τη σχέση του Θεού με τον κόσμο που έχει δημιουργήσει; Τι εννοείται με τη φράση «εκ του μηδενός», ex nihilo; Γιατί, αλήθεια, ο Θεός δημιούργησε;

Οι λέξεις «εκ του μη όντος» δηλώνουν, πρώτο και κύριο, ότι ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν με μια πράξη της ελεύθερης θέλησής του. Τίποτε δεν τον πίεσε να δημιουργήσει· το διάλεξε να το κάνει. Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε άσκοπα ή από ανάγκη· δεν είναι μια αυτόματη απόρροια ή ξεχείλισμα από το Θεό, αλλά η συνέπεια της θεϊκής εκλογής.

Χριστιανική ηθική - Η γνώση του αγαθού.

 


     Πληροφορίες θέματος

Το θέμα αυτό έχει εμφανισθεί : 2247 φορές.




     Κύριο περιεχόμενο

Γνώση αγαθού και γνώση Θεού.
Εφόσον το αγαθό ταυτίζεται με τον Θεό, επόμενο είναι και η γνώση του να ταυτίζεται με τη γνώση του Θεού. Η γνώση λοιπόν του αγαθού είναι και γνώση του Θεού, όπως και η γνώση του Θεού είναι γνώση του αγαθού. Εξάλλου εφόσον το αγαθό δεν είναι αντικείμενο, αλλά πρόσωπο που έρχεται σε κοινωνία με τον άνθρωπο, επόμενο είναι και η γνώση του να μην πραγματοποιείται σε επίπεδα αντικειμενικών σχέσεων, αλλά σε επίπεδο προσωπικής κοινωνίας, που συμπεριλαμβάνει τον νου, την καρδιά, τις αισθήσεις και ολόκληρο τον άνθρωπο. Με άλλα λόγια η γνώση αυτή είναι κατά τη βιβλική σημασία της λέξεως κοινωνία υπαρξιακή. Είναι η κοινωνία που εγκαινιάζεται με την αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο και ολοκληρώνεται με την ανταπόκριση του ανθρώπου.
Η γνώση ως αγάπη και κοινωνία.
Ο Θεός είναι αγάπη. Και η αποκάλυψη του στον κόσμο είναι φανέρωση της αγάπης του. Όποιος αγαπά γνωρίζει τον Θεό. Και όποιος ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού τηρεί τις εντολές του. Η τήρηση τω εντολών του Θεού είναι μετοχή στη θεία ζωή. Και η μετοχή στη θεία ζωή είναι πηγή θεογνωσίας. Όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο περισσότερο τον αγαπά. Και όσο περισσότερο τον αγαπά, τόσο περισσότερο τον γνωρίζει. Η γνώση γίνεται αγάπη και η αγάπη γνώση. Η σχέση Θεού και ανθρώπου δεν εκδιπλώνεται ως αντιπαράθεση υποκειμένου και αντικειμένου, αλλά ως κοινωνία και ανάκραση. Ο Θεός ενώνεται με τον άνθρωπο και ο άνθρωπος με τον Θεό. Ο Ων γίνεται κτίσμα, και το κτίσμα μετέχει στην άκτιστη και ακατάλυτη ζωή του όντως Όντος.
Η μετοχή στις θείες ενέργειες.
Ο Θεός παραμένει στην ουσία του άγνωστος. Γνωρίζεται όμως και γίνεται μεθεκτός με τις ενέργειες του. Οι ενέργειες ή συνοπτικά η ενέργεια του Θεού ονομάζεται συνήθως χάρη. Η χάρη του Θεού, η ενέργεια ή οι ενέργειες του είναι άκτιστες, γιατί και ο ίδιος είναι άκτιστος. Αντίθετα τα δημιουργήματα του Θεού, που είναι έργα των άκτιστων ενεργειών του, είναι κτιστά. Αυτά, όπως και οι ενέργειες του Θεού, φανερώνουν την άπειρη αγάπη και αγαθότητα του. Και όταν ο άνθρωπος έρχεται σε σχέση με τα δημιουργήματα του Θεού ή μετέχει στις άκτιστες ενέργειες του, έρχεται έμμεσα ή άμεσα σε σχέση με το αγαθό.
Η ατέρμονη προκοπή.
Η γνώση του αγαθού έχει δυναμικό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος γνωρίζει το αγαθό κατά κάποιο μικρότερο ή μεγαλύτερο μέρος. Αυτό όμως που απομένει άγνωστο σε αυτόν είναι πάντοτε απειροπλάσιο από εκείνο που γνωρίζει. Κι ενώ αυτό που γνωρίζει κάθε φορά είναι μεγαλύτερο από το προηγούμενο, ποτέ δεν εξαντλείται, αλλά γίνεται αφετηρία για μεγαλύτερη γνώση. Έτσι η προκοπή του ανθρώπου στη γνώση του αγαθού είναι ατέρμονη και η προοπτική της απεριόριστη.
Φυσική και υπερφυσική αποκάλυψη.
Στη χριστιανική θεολογία διακρίνεται συνήθως η αποκάλυψη του Θεού σε υπερφυσική και φυσική. Ως υπερφυσική αποκάλυψη χαρακτηρίζεται η άμεση φανέρωση της δυνάμεως και ενέργειας του Θεού στον κόσμο και την ιστορία ενώ ως φυσική η παρουσία των αποτελεσμάτων της θείας δυνάμεως και ενέργειας. Πηγή και των δυο μορφών της αποκαλύψεως είναι ο ζων και ενεργών Θεός. Η υπερφυσική αποκάλυψη δεν καταργεί τη φυσική, αλλά την αναδεικνύει και την καταξιώνει. Μετά την πτώση του ανθρώπου η φυσική αποκάλυψη θεωρείται σωστά μόνο με το φως της υπερφυσικής. Για να βρει λοιπόν η φυσική αποκάλυψη το πραγματικό νόημα της, πρέπει να θεωρηθεί στο φως της υπερφυσικής. Παρόλα αυτά ούτε η φυσική ούτε η υπερφυσική αποκάλυψη σώζει τον άνθρωπο, αν δεν πιστέψει.
Φορείς και υπομνήματα αποκαλύψεως.
Ο κόσμος αποτελεί τον φορέα της φυσικής αποκαλύψεως, ενώ η θεία οικονομία, που φανερώνεται στον λαό του Ισραήλ και την Εκκλησία, συνιστά τον φορέα της υπερφυσικής αποκαλύψεως. Η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση δεν είναι φορείς ούτε πηγές της υπερφυσικής αποκαλύψεως, αλλά υπομνήματα της. Η επισήμανση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ορθή θεώρηση και παρουσίαση της χριστιανικής πίστεως και ζωής. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος της ιουδαϊκής θεωρήσεως της Αγία Γραφής ή ακόμα και της εκτροπής στον φονταμενταλισμό.
Οι διάφοροι νόμοι.
Εξάλλου στην πατερική παράδοση διακρίνονται, α) ο φυσικός νόμος, β) ο γραπτός νόμος, γ) ο νόμος της χάριτος. Ο φυσικός νόμος φανερώνει τη φυσική ενότητα των ανθρώπων, που διασπάται με την παρουσία της φιλαυτίας. Ο γραπτός νόμος δηλώνει αυτό που υπάρχει ως φυσικός νόμος, αλλά γίνεται δυσδιάκριτο εξαιτίας της αμαρτίας. Γι' αυτό οι δύο αυτοί νόμοι είναι ισότιμοι και κανένας από αυτούς δεν έχει κάτι περισσότερο από τον άλλον. Τέλος ο νόμος της χάριτος διδάσκει τη μίμηση του Θεού ή την οδό της Θεώσεως.
α) Η κτίση ως μέσο γνώσεως του αγαθού.
Η παρουσία του Λόγου.
Ο Θεός δεν περιορίζεται στην κτίση. Είναι ο άκτιστος Δημιουργός της, που υπερβάλλει την κτίση και όλα τα κτίσματα. Ταυτόχρονα όμως ο Θεός είναι μέσα στην κτίση. Συνέχει και συντηρεί τα πάντα. Η κτίση προσφέρει στον άνθρωπο κάποια θεογνωσία. Φανερώνει το μεγαλείο και τη λαμπρότητα του Θεού. Όπως παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος, αφού τα πάντα δημιουργήθηκαν και συντηρούνται από τον Λόγο του Θεού, είναι φυσικό η ορθή θεώρηση της κτίσεως να οδηγεί στον Θεό Λόγο. Ο Λόγος του Θεού αποκαλύπτει στο κόσμο τη θεία αγαθότητα. Η κτίση, έργο της αγάπης του Θεού, μαρτυρεί και συμβολίζει την αγάπη του προς τον άνθρωπο.
Οι λόγοι τον όντων.
Τα όντα, όπως δέχεται η σύγχρονη φυσική, αποτελούν κινήσεις με αρμονία και τάξη. Περιέχουν δέσμες πληροφοριών. Όλα τα όντα έχουν του λόγους τους, δηλαδή τις άκτιστες δημιουργικές αιτίες τους. Οι φυσικοί λόγοι των όντων είναι «αποτελέσματα και εικόνες» των άκτιστων θείων λόγων. Οι μερικότεροι λόγοι ανάγονται σε καθολικότερους, ενώ όλοι οι λόγοι των όντων συνοψίζονται στον Θεό Λόγο, που είναι η αρχή και το τέλος όλων των δημιουργημάτων. Γι' αυτό η γνώση των δημιουργημάτων ποτέ δεν μπορεί να φθάσει σε πληρότητα και ενότητα, αν δεν συνδεθεί με τη γνώση του Θεού.
Οι τρόποι της γνώσεως.
Όπως επισημαίνει ο Γέροντας Σωφρόνιος, αφορμώμενος από τη σκέψη του αγίου Σιλουανού, υπάρχουν δύο τρόποι γνώσεως του κόσμου. Ο συνήθης τρόπος, που γνωρίζουν και ακολουθούν όλοι, στηρίζεται στην άμεση θεώρηση των όντων και των φαινομένων. Η γνώση όμως που αποκτάται με τον τρόπο αυτόν παραμένει διαρκώς ατελής και ασύνδετη. Η ενότητα στην οποία επιχειρεί να καταλήξει ο ανθρώπινος νους είναι πάντοτε τεχνητή. Υπάρχει όμως και άλλος τρόπος γνώσεως, προσιτός στου αγίους, που πραγματοποιείται με τη στροφή του ανθρώπου στον εαυτό του και το Θεό. Με τον τρόπο αυτόν ελευθερώνεται ο άνθρωπος από την πολλαπλότητα και τον κατακερματισμό των φαινομένων του κόσμου και στρέφεται στον Θεό, όπου γνωρίζει και τον εαυτό του και όλον τον κόσμο. Η γνώση αυτή, που είναι μέσα στον κόσμο σπάνια και μερική, πηγάζει από την ένταξη του ανθρώπου στο ρεύμα του θελήματος του Θεού και αποτελεί προοίμιο της μετοχής στην παντοδυναμία και την παγγνωσία του.
Η μαρτυρία της κρίσεως.
Η κτίση μαρτυρεί το Θεό, χωρίς να είναι Θεός. Όπως και το καλλιτέχνημα μαρτυρεί τον καλλιτέχνη, χωρίς να ταυτίζεται με αυτόν. Η μαρτυρία της κτίσεως δεν έχει μόνο καταφατικά αλλά και αποφατικό χαρακτήρα. Το καλλιτέχνημα δεν αποκαλύπτει μόνο τον καλλιτέχνη, αλλά και είναι διαφορετικό από αυτόν. Και η κτίση δεν αποκαλύπτει μόνο τις ιδιότητες του Δημιουργού της, αλλά και διαφέρει από αυτόν. Με τον εξαγγελτικό χαρακτήρα της υποδηλώνει την παρούσα του Θεού στον κόσμο. Βέβαια τίποτε στον κόσμο δεν μπορεί να εικονίσει απαράλλακτα τον Θεό. Παρόλα όμως αυτά αποκαλύπτει κάτι από αυτόν. Εξάλλου με την κτιστότητα και την παροδικότητα του υποδηλώνει το ασύγκριτο μεγαλείο του άκτιστου και αιώνιου Θεού.
Συμπυκνωμένη πληροφόρηση.
Ο θεός συνέχει και κατευθύνει τη δημιουργία με την προσωπική του παρουσία. Ο άκτιστος Θεός ενεργεί μέσα στον κτιστό κόσμο. Και ο κτιστός κόσμος μαρτυρεί τον άκτιστο Δημιουργό. Ολόκληρη η δημιουργία είναι αποκαλυπτική πράξη. Είναι συμπυκνωμένη πληροφόρηση. Η λογικότητα που διέπει τη σύσταση και την κίνηση της προβάλλει ως μέσο φανερώσεως του Θεού προς τον άνθρωπο, ως γλώσσα, ως συμβολικός λόγος του. Με την κτίση ο Θεός απευθύνεται στον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται τον λόγο του Θεού κατανοεί την πραγματική θέση του στον κόσμο και τις σωστές σχέσεις του με τη κτίση.
Ενανθρώπηση και οικολογία.
Η αποκατάσταση της πραγματικής θέσεως του ανθρώπου στον κόσμο και των σωστών σχέσεων του με την κτίση αποκαλύφθηκαν με την θεία ενανθρώπηση, που προετοιμάστηκε με την Παλαιά Διαθήκη, αλλά φανερώθηκε στην Καινή Διαθήκη. Ενώ όμως στη θεολογία και την ανθρωπολογία η μετάβαση από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη είναι σαφής και εμφανής, στη θεώρηση της κτίσεως, που ενδιαφέρει άμεσα και την οικολογία, η μετάβαση αυτή παραμένει σχεδόν άγνωστη ή δυσδιάκριτη. Η ενανθρώπηση όμως αποτελεί κεφαλαιώδες γεγονός όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για ολόκληρη την κτίση. Άλλωστε η χριστιανική προσδοκία δεν περιορίζεται μόνο στην ανάσταση των νεκρών, αλλά συμπεριλαμβάνει και την ανακαίνιση της κτίσεως. Με την ενανθρώπηση ο Θεός σκήνωσε στην ύλη και απεργάσθηκε με αυτή την ανακαίνιση των πάντων. Η ύλη πληρώθηκε με θεία χάρη και ενέργεια.
Η αίσθηση της παρουσίας του κακού.
Βέβαια και μετά την ενανθρώπηση η κτίση εξακολουθεί να παραμένει σε κατάσταση πτώσεως και δουλείας. «Πάσα η κτίσης συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νύν». Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στη παρά φύση κατάσταση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αισθάνεται την κατάσταση αυτήν ως παρουσία του κακού. Η αίσθηση όμως της παρουσίας του κακού προϋποθέτει κάποια γνώση του αγαθού. Και η αίσθηση αυτή είναι τόσο πιο ισχυρή, όσο πιο έντονη είναι στον άνθρωπο η γνώση του αγαθού. Έτσι η αίσθηση της παρουσίας του κακού προκαλεί τη νοσταλγική αναζήτηση του αγαθού.
Καταξίωση της φυσικής γνώσεως.
Η σωστή θεώρηση της κτίσεως οδηγεί στην επίγνωση του Θεού, και ειδικότερα της αγάπης και της φιλανθρωπίας του. Ο άνθρωπος όμως της πτώσεως δεν βλέπει συνήθως την κτίση σωστά. Συχνά σταματά στον φορέα της αποκαλύψεως και την απολυτοποιεί. Λατρεύει την κτίση και λησμονεί τον Δημιουργό της. Αλλά και όταν κατορθώνει να προχωρήσει πέρα από την κτίση με τις δυνάμεις του, αδυνατεί να προσεγγίσει τον Θεό. Το κτιστό δεν μπορεί να προσεγγίσει το άκτιστο. Η προσέγγιση αυτή πραγματοποιείται μόνο με τη συγκατάβαση και ενοίκηση του άκτιστου Θεού στο κόσμο. β) Ο άνθρωπος ως μέσο γνώσεως του αγαθού.
Αυτογνωσία και θεογνωσία.
Πληρέστερη γνώση του Θεού προσφέρει στον άνθρωπο η αυτογνωσία. Μελετώντας ο άνθρωπος τον εαυτό του διαπιστώνει την άπειρη σοφία του Δημιουργού. Βέβαια ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση πτώσεως. Η φιλαυτία και τα πάθη σκοτίζουν τον νου του. Αλλά και στην κατάσταση αυτήν η συγγένεια του με τον Θεό δεν εξαφανίζεται τελείως. Δεν παύει ο άνθρωπος να εικονίζει τον Θεό παρά τα στίγματα των πταισμάτων του.
Η λογικότητα του ανθρώπου.
Ως δημιούργημα που εικονίζει τον Θεό, στον οποίο υπάρχουν οι λόγοι των όντων, συνοψίζει ο άνθρωπος τους λόγους των όντων κατ' εικόνα του Θεού Λόγου. Εδώ κορυφώνεται και η λογικότητα του. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος είναι λογικός γιατί εικονίζει τον Λόγο. Η κυριαρχική θέση του απέναντι στα όντα, η θεώρηση των λόγων των όντων, η συγκεφαλαίωση τους στην ύπαρξη του και η αναφορά του στον Θεό Λόγο είναι επιμέρους εκφάνσεις της λογικότητας του ανθρώπου ως εικόνας του Θεού Λόγου. Γι' αυτό η ανακαίνιση του συμπίπτει με την κατάργηση της αλογίας και τη «λόγωση» τους. Συμπίπτει με την άρση της άγνοιας του Θεού και την αίσθηση της παρουσίας και του κάλλους του.
Το μεγαλείο του ανθρώπου.
Η συγγένεια του ανθρώπου με τον Θεό δεν αναιρεί τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα τους. Ο Θεός είναι άκτιστος, ενώ ο άνθρωπος κτιστός. Ο θεός είναι αυτοαγαθός, ενώ ο άνθρωπος γίνεται αγαθός μετέχοντας στη θεία αγαθότητα. Το μεγαλείο του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην προέλευση του, αλλά στο σκοπό της δημιουργίας του. Ο άνθρωπος προήλθε από το μη ον. Η αγάπη όμως του Θεού τον κάλεσε να τελειωθεί ως πρόσωπο «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» του. Ο άνθρωπος δεν είναι κάποιο δημιούργημα μέσα στον κόσμο, έστω το τελειότερο. Δεν είναι καν ο «έν μικρώ κόσμος» ή ο μικρόκοσμος. Είναι ένας δεύτερος κόσμος «έν μικρώ μέγας». Στον άνθρωπος ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο κόσμος. Αυτός καλείται να συμπεριλάβει στην υπόσταση του ολόκληρη την κτίση και να ιερουργήσει την ανύψωση της στον Θεό.
Η συνείδηση.
Ο άνθρωπος έχει άμεση εσωτερική γνώση του εαυτού του με την έμφυτη συνείδηση του. Η συνείδηση του ανθρώπου εκφράζει το είναι του, όπως και τη σχέση με τον Θεό και τον κόσμο. Η νεώτερη ψυχολογία επισήμανε την αχανή περιοχή του ασυνειδήτου, που δεν υπόκειται στον άμεσο έλεγχο του ανθρώπου. Από την άλλη όμως πλευρά η θεολογία βλέπει τον άνθρωπο ως ορίζοντα φανερώσεως ολοκλήρου του θεανθρώπινου είναι. Έτσι η συνείδηση του ανθρώπου ως δημιουργήματος «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Θεού αποκτά άπειρες διαστάσεις, που δεν ελέγχονται βέβαια άμεσα από τον ίδιο, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν και να φωτιστούν σε μεγάλο βαθμό με την άσκηση και την προσευχή.
Νους και συνείδηση.
Ο νους του ανθρώπου, που αποτελεί και το μάτι της ψυχής του, επηρεάζει άμεσα την κατάσταση της συνειδήσεως του. Όταν αυτός είναι καθαρός, τότε και η συνείδηση είναι καθαρή. Στην περίπτωση αυτήν ο άνθρωπος παρακινείται προς το αγαθό και αποτρέπεται από το κακό. Όταν όμως ο νους του ανθρώπου είναι σκοτισμένος τότε και η συνείδηση του σκοτίζεται, ταράσσεται και τον ελέγχει.
Ο έλεγχος της συνειδήσεως.
Ο έλεγχος της συνειδήσεως στην Παλαιά Διαθήκη εκλαμβάνεται πρωτίστως ως συνέπεια της αντιθέσεως του ανθρώπου προς τον Θεό και το θέλημα του. Έτσι παρουσιάζονται οι πρωτόπλαστοι μετά την παρακοή, ο Κάιν μετά τον φόνο του αδελφού του, όπως και άλλα πρόσωπα που παρήκουσαν τον Θεό. Παρόλο αυτά ο έλεγχος της συνειδήσεως δεν είναι άγνωστος και ως εσωτερική ηθική διάσπαση. Είναι έκφραση της εγκαθίδρυσης του νόμου της αμαρτίας, που ως «έτερος νόμος» διασπά εσωτερικά τον άνθρωπο. Από την άλλη πλευρά οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν τις τύψεις της συνειδήσεως κυρίως ως εξωτερικές προσβολές, που προκαλούνται στον άνθρωπο από τις Ερινύες.
Καταστάσεις συνειδήσεως.
Η συνείδηση ανακρίνει τον άνθρωπο σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, που υπάρχει μέσα του ως έμφυτος ηθικός νόμος και ενεργεί ως διδάσκαλος ή κριτής του. Η συνείδηση λειτουργεί ανεξάρτητα από τη βούληση του ανθρώπου και τον ελέγχει χωρίς να ελέγχεται. Ακολουθεί τον άνθρωπο παντού, έστω και αν αυτός την αποφεύγει η την αποστρέφεται. Επιδοκιμάζει τα έργα του με εσωτερική συγκατάθεση και ειρήνη, ή τα αποδοκιμάζει με τύψεις και ταραχή. Όταν ο άνθρωπος κωφεύει στη φωνή της συνειδήσεως του και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να την φιμώνει, αυτή βαθμίδων αμβλύνεται ή και πωρώνεται. Αν η συνείδηση παύσει να ελέγχει τον άνθρωπο, πρέπει αυτός να προσέξει, μήπως αυτό δεν οφείλεται σε καθαρότητα αλλά σε άμβλυνση. Τέλος η πλήρης ηθική αναισθησία είναι ή πώρωση. Αλλά και από την άλλη πλευρά η καλλιέργεια περιδεούς συνειδήσεως βασανίζει και βλάπτει ψυχολογικά τον άνθρωπο.
Η τέλεια συνείδηση.
Για τη σωστή λειτουργία της συνειδήσεως χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση και αυτοκριτική. Χρειάζεται ακόμα μελέτη του θελήματος του Θεού και τήρηση των εντολών του. Με αυτά εκλεπτύνεται η συνείδηση του ανθρώπου, ελευθερώνεται από την πλάνη που δημιουργεί η φιλαυτία και διανοίγεται στην αλήθεια της αγάπης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της τέλειας συνειδήσεως είναι η απόλυτη λεπτότητα και η απεριόριστη ευρύτητα. Έτσι οι άγιοι παρουσιάζονται απόλυτα ευαίσθητοι και τις μικρότερες ατέλειες τους, ενώ αγκαλιάζουν με την απεριόριστη αγάπη τους ολόκληρο τον κόσμο.
Η διάστροφη συνείδηση.
Όταν ο άνθρωπος δεν φροντίζει να καλλιεργήσει τη συνείδηση του και παραδίδεται αδιάκριτα στο κακό και την αμαρτία, διαμορφώνει διάστροφη συνείδηση. Τότε αυτή όχι μόνο δεν διακρίνει το κακό από το καλό, αλλά και θεωρεί το κακό ως καλό. Η διάστροφη συνείδηση είναι χειρότερη από την πωρωμένη. Τέλος η συνείδηση αυτή μπορεί να οδηγήσει και σε διάστροφη θρησκευτικότητα, που κορυφώνεται στη λατρεία του κακού.
Συνείδηση και γνώση του Θεού.
Η υγιής συνείδηση έχοντας έμφυτο τον θείο νόμο βοηθάει τον άνθρωπο να προσεγγίσει τον Θεό. Γι' αυτό η ηθικός άνθρωπος προσεγγίζει ευκολότερα το Ευαγγέλιο, παρά ο διεφθαρμένος. Αλλά και αυτό δεν είναι απόλυτο, γιατί η έπαρση, που μπορεί να δημιουργηθεί από την τυπική αρετή, εμποδίζει την προσέγγιση της αλήθειας του Ευαγγελίου. Αντίθετα η συντριβή, που είναι δυνατό να προκληθεί από τη διαφθορά, οδηγεί ευκολότερα στη μετάνοια και την αποδοχή της. Εξάλλου, όπου πλεονάζει η αμαρτία, υπέρπερισσεύει η χάρη του Θεού. Το πρόβλημα όμως της γνώσεως του αγαθού δεν είναι σε τελευταία ανάλυση ηθικό αλλά οντολογικό. Μόνο σε σχέση με τον Θεό συνειδητοποιεί ο άνθρωπος το μεγαλείο του αγαθού και τη φρικαλεότητα του κακού.
Η αρετή.
Στην εκκλησιαστική γραμματεία ο πρώτος άνθρωπος χαρακτηρίζεται συνήθως ως «νήπιον». Η φύση του είναι αγαθή, γιατί και ο Δημιουργός του είναι αγαθός και πηγή κάθε αγαθού. Στην αδιάφθορη φύση του ανθρώπου αντιστοιχεί η αρετή και όχι η κακία. Παρόλα αυτά ο άνθρωπος ρέπει προς το κακό. Αυτό οφείλεται στην πτώση, δηλαδή στην αλλοτρίωση του από την πηγή του αγαθού. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι ταυτόχρονα επιθυμεί το αγαθό, για το οποίο και δημιουργήθηκε. Η προέλευση και η λογική φύση του τον ωθούν προς αυτό. Αν υπάρχει διαφωνία για την ταυτότητα του αγαθού, οφείλεται στην ανθρώπινη ασθένεια. Όπως η σωστή θεώρηση των αισθητών πραγμάτων προϋποθέτει την υγεία των σωματικών αισθήσεων, έτσι και η σωστή θεώρηση των πνευματικών πραγμάτων προϋποθέτει την υγεία των ψυχικών αισθήσεων. Γι' αυτό η πνευματική γνώση παρουσιάζεται από τον όσιο Ισαάκ τον Σύρο ως «γέννημα της υγείας της ψυχής». Αλλά ήδη η επιθυμία της ψυχής αποτελεί θετικό παράγοντα.
Θρησκευτικότητα.
Ο άνθρωπος ως δημιούργημα «κατ' εικόνα Θεού» αναφέρεται στον Θεό. Το πλήθος των θρησκειών φανερώνει την έμφυτη έφεση του ανθρώπου να στραφεί προς τον Θεό. Η βάση της θρησκευτικότητας δεν είναι υπερβατική, αλλά βρίσκεται στον άνθρωπο και εκφράζει την φύση του. Ο θεός όμως είναι υπερβατικός. Γι' αυτό ο άνθρωπος αδυνατεί να τον προσεγγίσει με τις δυνάμεις του. Και η αδυναμία του αυτή μπορεί να μεταβληθεί σε τραγική αστοχία, όταν ο άνθρωπος λησμονεί τα όρια του και θεοποιεί τον εαυτό του. Έτσι αλλοτριώνεται η θρησκευτικότητα του.
Η ειδωλολατρία.
Ο θεός, στον οποίο συνήθως ανάγεται ο άνθρωπος με τις δικές του δυνάμεις, κινείται πάντοτε, όπως είναι φυσικό, στα όρια της κτιστότητας. Είναι θεός που κατασκευάζεται από τον άνθρωπο και' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του. Δεν είναι ο Θεός της αποκαλύψεως που γνωρίζεται όπως είναι, «καθώς εστί». Γι' αυτό και η λογική προσέγγιση του Θεού έχει πάντοτε εγγενή την ειδωλολατρία. Αυτή πάλι δεν πρέπει να νοείται μόνο με τη χονδροειδή μορφή της λατρείας των υλικών κατασκευασμάτων, αλλά και με τη λεπτότερη μορφή της λατρείας ιδεών ή ιδεολογιών.
Η προβολή.
Η αλλοτρίωση όμως της θρησκευτικότητας δεν αποτελεί λόγο για την αναίρεση της. Η θέση του Feuerbach απέναντι στη θρησκεία, που υιοθετήθηκε και τοποθετήθηκε σε κοινωνικές διαστάσεις από τον Marx, ακρωτηριάζει την ανθρώπινη φύση με πρόφαση την θεραπεία της. Αν ο άνθρωπος θρησκεύει προβάλλοντας τον εσωτερικό του κόσμο, το κάνει γιατί κατευθύνεται από την φύση του, που ανήκει στον κόσμο. Άλλωστε αυτόν δεν γίνεται μόνο στη θρησκευτική, αλλά και σε κάθε άλλη περιοχή της ανθρώπινης ζωής. Οι προβολές δεν οικοδομούν μόνο αυταπάτες, αλλά και σημαντικές αλήθειες. Χαρακτηριστικής είναι η περίπτωση των μαθηματικών προβολών, που βρίσκουν εκπληκτικές αντιστοιχίες και εφαρμογές στον αντικειμενικό κόσμο. Και αυτό είναι φυσικό, γιατί ο άνθρωπος που δημιουργεί τα μαθηματικά ανήκει στον ίδιο κόσμο και κινείται στις ίδιες συντεταγμένες με αυτόν. Βέβαια η θρησκευτική περιοχή είναι διαφορετική. Αλλά και αυτή ανήκει στην ανθρώπινη φύση. Γι' αυτό δεν μπορεί να παραθεωρήσει ή να θεωρηθεί τελείως παραπλανητική.
Η εσωτερική πάλη.
Η συνάντηση με το αγαθό ή το κακό πραγματοποιείται στα βάθη της ανθρώπινης υπάρξεως. Εκεί γίνεται η πάλη ανάμεσα στην αλήθεια και την πλάνη, στη βασιλεία του Θεού και τη δαιμονική εξουσία. Κι ενώ ο άνθρωπος επιθυμεί το αγαθό, αδυνατεί να το ζήσει, γιατί παραμένει δούλος της φθοράς και του θανάτου. Ο έμφυτος ηθικός νόμος εν μπορεί να τον λυτρώσει από τον θάνατο και να τον οδηγήσει στη ζωή. Έτσι η ζωή του ανθρώπου εκτυλίσσεται ως προοδευτική έκπτωση. Η μόνη δυνατότητα για λύτρωση και καταξίωση προσφέρεται με την έλευση του Θεού στον κόσμο. Όποιος ζει μακριά από τον Θεό, που είναι η πηγή του αγαθού, δεν μπορεί να είναι αγαθός. Και όποιος είναι αγαθός, δεν μπορεί να μη γνωρίζει τον αγαθό Θεό και να μην έχει κοινωνία μαζί του.
Η κοινωνία με το αγαθό.
Το αγαθό είναι πρόσωπο, που έρχεται σε προσωπική σχέση και κοινωνία της προσωπικής κοινωνίας, που προϋποθέτει καθαρότητα καρδίας. Τέλος η γνώση του αγαθού συνδέεται με την αίσθηση της απουσίας του, που καλλιεργεί το πόθο για την αναζήτηση του. Γι' αυτό ο Χριστός μακάρισε εκείνους που πεινούν και δείξουν την δικαιοσύνη. Στην προοπτική αυτήν ακόμα και η άρνηση του Θεού μπορεί να αποτελέσει κάποια φάση της διαλεκτικής πορείας προς αναζήτηση και γνώση του Θεού. Αντίθετα ο εφησυχασμός και η προσήλωση στα πάθη κάνουν αδύνατη τη γνώση του Θεού και την αίσθηση της χάριτος του. γ) Η ανακεφαλαίωση του αγαθού στο πρόσωπο του Χριστού.
Η ενανθρώπηση του Λόγου.
Η πληρέστερη φανέρωση του Θεού, και κατά συνέπεια του αγαθού, πραγματοποιήθηκε με την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού και διατηρείται στην Εκκλησία με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, που αποκαλυπτόταν σκιωδώς στον Ισραήλ και πριν την ενανθρώπηση του, ήταν γνωστός ως «σπερματικός λόγος» σε ολόκληρο το κόσμο. Η πλήρης όμως αποκάλυψη του πραγματοποιήθηκε με την εν Χριστώ ενανθρώπηση του, που είχε ως συνέπεια και τη «λόγωση» του ανθρώπου. Ο Λόγος του Θεού, που προσέγγιζε από έξω τον κόσμο, προσλαμβάνει στην υπόσταση του την ανθρώπινη φύση, την ανακαινίζει και την καθιστά «θεουπόστατη», «ομόθεη» και «χωρητική» της λαμπρότητας και της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.
Το μυστήριο της Αγίας Τριάδος.
Η ανακαίνιση του «κατ' εικόνα Θεού» πλασμένου ανθρώπου πραγματοποιείται από τον Χριστό, που είναι η εικόνα του αοράτου Θεού Πατέρα, και «μορφούται» στον κάθε πιστό με το Άγιο Πνεύμα. Έτσι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, που υποδουλώθηκε σκιωδώς κατά την πλάση του ανθρώπου, φανερώνεται και την ανάπλαση του, γιατί αυτός είναι ο μόνος μύστης και προσκυνητής της στη γη, αλλά και ο μόνος που δημιουργήθηκε κατ' εικόνα της. Ταυτόχρονα στο πρόσωπο του Χριστού φανερώνεται ο τέλειος άνθρωπος, ο νέος Αδάμ, που παραμένει αδιάσπαστα ενωμένος με τον Θεό και ανακεφαλαιώνει ολόκληρη την κτίση. Έτσι και η Χριστολογία φανερώνει την αληθινή ανθρωπολογία. Γι' αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν προσπαθούν να γνωρίσουν τον Χριστό με βάση τον άνθρωπο, αλλά να προσεγγίσουν τον αληθινό άνθρωπο με βάση τον Χριστό.
Ο καθολικός άνθρωπος.
Ο Χριστιανός, που ζει ως μέλος του σώματος του Χριστού, γίνεται, όπως και ο Χριστός, καθολικός άνθρωπος και κατά χάρη Χριστός. Ταυτόχρονα όμως γίνεται μαζί με τον Χριστό κατάρα για τη σωτηρία των άλλων. Αναλαμβάνει δηλαδή την ευθύνη της ανομίας των άλλων και υφίσταται τις συνέπειες της στον ίδιο τον εαυτό του. Στη σάρκα του, που είναι και σάρκα του Χριστού, συγχωρείται ολόκληρος ο κόσμος και κατακρίνεται η αμαρτία. Έτσι ο Απόστολος Παύλος ευχόταν να γίνει ανάθεμα για τους κατά σάρκα αδελφούς του, ενώ κάποιος γέροντας ασκητής, που άκουσε την εξομολόγηση κάποιου φονιά, κτυπήσει στοργικά τον ώμο του και είπε: «Εγώ έκανα, παιδί μου, τον φόνο, όχι εσύ». Τα αίτια του κοινωνικού κακού, όπως και του κοινωνικού καλού, υπάρχουν ριζωμένα στον καθένα. Η αμαρτία έχει προσωπικό χαρακτήρα. Ο πιστός βλέπει την αμαρτία των άλλων ως δική του, αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει δυνάμει μέσα του. Γι' αυτό ξεκινά τον αγώνα εναντίον του κακού από τον ίδιο τον εαυτό του. Και πολεμώντας με τα πάθη και την αμαρτία στον εαυτό του μετέχει στον κοινό αγώνα της ανθρωπότητας εναντίον του κακού. Έχοντας την αίσθηση αυτής της ενότητας της ανθρωπότητας οι Πατέρες της Εκκλησίας μεταφέρουν στη ζωή των πιστών ολόκληρη την ιστορία του Ισραήλ. Η Παλαιά Διαθήκη από ιστορία του εκλεκτού λαού γίνεται ιστορία του κάθε ανθρώπου, και το περιεχόμενο της διατηρεί ακέραιο το νόημα του στην περιοχή της προσωπικής πορείας κάθε πιστού για την εν Χριστώ τελείωση.
Αποκάλυψη και απόκρυψη.
Με την φανέρωση λοιπόν του Χριστού η αποκάλυψη του Θεού καθίσταται πλήρης και τελική, συγκεκριμένη και υποστατική. Ο ίδιος ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αναστρέφεται με του ανθρώπους και μιλάει τη γλώσσα τους. Παράλληλα όμως δεν πρέπει να λησμονείται και ο αποφατικός της χαρακτήρας. Άλλωστε, όπου η αποκάλυψη του Θεού παρουσιάζεται με πληρέστερη και τελειότερη μορφή, γίνεται ταυτόχρονα περισσότερο μυστική και απόκρυφη. Έτσι η τελική αποκάλυψη του Λόγου, που πραγματοποιήθηκε με την ενανθρώπηση, είναι ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη απόκρυψη του.
Το όνομα του Λόγου.
Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού δεν ονομάζεται στην Καινή Διαθήκη Λόγος. Το όνομα αυτό χρησιμοποιείται μόνο για να υποδηλώσει την προαιώνια ύπαρξη του. Βέβαια με τον όρο αυτό δεν υποδηλώνεται η ουσία του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά η αποκαλυπτική και εξαγγελτική ενέργεια του. Ο Λόγος του Θεού φανερώνεται σε κοσμικές διαστάσεις με τη δημιουργία, τη συντήρηση και τη διακυβέρνηση του κόσμου, και σε ιστορικό πλαίσιο με την αποκάλυψη προς τον Ισραήλ και την ενανθρώπηση. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, εντάσσοντας το ανακαινιστικό έργο του Χριστού στο γενικότερο πλαίσιο της αποκαλύψεως του Θεού Λόγου, αρχίζει το Ευαγγέλιο του με την προαιώνια ύπαρξη του. Ο προαιώνιος Θεός Λόγος, με τον οποίο δημιουργήθηκε το σύμπαν, φανερώνεται εν Χριστώ ως άνθρωπος, για να ανακαινίσει τον άνθρωπο που υποτάχθηκε στη φθορά και στο θάνατο. Ο Χριστός είναι ο «καινός άνθρωπος», ο νέος Αδάμ, για τον οποίο δημιουργήθηκε και υπάρχει ολόκληρος ο κόσμος.
Η νέα κατάσταση.
Ο Θεός τον οποίο «ουδείς εώρακε πώποτε» και κατά την αναζήτηση του οποίου οι άνθρωποι «εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών», ο Θεός που μίλησε «πολυμερώς και πολυτρόπως» στον Ισραήλ με τους Προφήτες, αποκαλύφθηκε και «ελάλησεν ημίν εν Υιώ». Η αποκάλυψη αυτή δεν αποτελεί απλώς κάποιο νέο στάδιο στην ιστορία της θείας οικονομίας, αλλά την τελείωση τους. Ο Χριστός είναι το «πλήρωμα» του Νόμου και των Προφητών, όπως και κάθε άλλης αποκαλύψεως του Θεού προς το κόσμο. Το πλήρωμα αυτό είναι το ουσιαστικότερο περιεχόμενο της θείας οικονομίας, που θα αποκαλυφθεί πλήρως στα έσχατα. Η εν Χριστώ οικονομία εγκαινιάζει νέα κατάσταση και δημιουργεί την αποχή της καινούργιας ζωής. Αυτή εικονίζεται ήδη στην Εκκλησία, και ιδιαίτερα στη θεία Ευχαριστία, αλλά θα φανερωθεί τελικά στη βασιλεία του Θεού. Με την έλευση του Χριστού η φθορά και ο θάνατος μεταμορφώνονται σε αφθαρσία και ζωή. Ο Νόμος γίνεται Λόγος, πρόσωπο, υπόσταση, που καλεί τον άνθρωπο να καταστεί μέτοχος της θείας ζωής και να τελειωθεί σε αληθινή υπόσταση.
Το θεμέλιο.
Η ανακαίνιση του κόσμου συνοψίζεται και προσφέρεται λειτουργικά με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αυτό αποτελεί το θεμέλιο της «καινής έν Χριστώ ζωής», ή της «καινής κτίσεως». Η κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού ενώνει ον άνθρωπο με τον Θεό και τον πλησίον. Ο Χριστιανός δεν ζει ως απομονωμένο άτομο, αλλά υπάρχει ως μέλος Χριστού. Και η ζωή του δεν έχει εγωκεντρικό αλλά κοινωνικό χαρακτήρα. Ο Χριστός είναι ο αρχηγός της καινής κτίσεως και το κέντρο της παγκόσμιας ιστορίας. Γι' αυτό η ιστορία του Ισραήλ, όπως και ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία, θεωρείται και κατανοείται σωστά μόνο με το φως της αποκαλύψεως του Χριστού.
Τα κτίσματα.
Η αναγνώριση του Χριστού ως ενσαρκωτού της αποκαλύψεως του Θεού και τελειωτού της πίστεως δεν αποκλείει την ύπαρξη έμμεσων οδών, που μπορούν να κατευθύνουν τον άνθρωπο στον Θεό. Εφόσον τα πάντα δημιουργήθηκαν με τον Λόγο του Θεού, και «χωρίς αυτού εγένετο ούδε έν ο γέγονεν», επόμενο είναι κα τα κτίσματα να παραπέμπουν σε αυτόν. Αυτός θεμελιώνει τη λογικότητα των κτισμάτων και βεβαιώνει την υποστατική αρχή του σύμπαντος κόσμου. Τα όντα περιέχονται στον Λόγο του Θεού. Και η προσωπική φανέρωση του στον κόσμο ανυψώνει τη φυσική νομοτέλεια σε προσωπική κοινωνία.
Λόγος και νόμος.
Η σύγχρονη επιστήμη διαπιστώνει διαρκώς τη λογικότητα της φύσεως, της δομής και της κινήσεως των όντων. Η λογικότητα όμως αυτή αντιμετωπίζεται ως απρόσωπος νόμος και όχι ως προσωπικός λόγος. Αλλά ο απρόσωπος νόμος βρίσκεται χαμηλότερα από τον προσωπικό λόγο. Και η υπαγωγή στη φθορά και τον θάνατο. Έξω από τις προσωπικές σχέσεις δεν υπάρχει ούτε αληθινή ζωή ούτε αληθινή γνώση του αγαθού, αλλά «το πάν καταβροχθίζεται υπό του θανάτου, βυθίζεται είς το όντως μη ον». Γι αυτό και η αντίδραση του ανθρώπου στον απρόσωπο νόμο είναι αναπόφευκτη. Υπαγορεύεται από τη αξιοπρέπεια του ως προσώπου και την άρνηση του να υποταχθεί στην αλογία της φθοράς και του θανάτου. Εδώ βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα του σύγχρονου πολιτισμού που παραμερίζει το πρόσωπο και υποβιβάζει τον προσωπικό λόγο και την προσωπική κοινωνία σε απρόσωπο νόμο και αντικειμενικές σχέσεις. Έτσι νεκρώνεται η ζωή και αναδύεται διάλυση και η ανομία. Αντίθετα ο «νόμος» του Χριστού διακρίνει και στους νόμους της φύσεως την άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Όλα ανάγονται στην προσωπική παρουσία του Θεού και την προσωπική κοινωνία μαζί του.
«Απροϋπόθετη ενανθρώπηση».
Ορισμένοι δυτικοί θεολόγοι το Μεσαίωνα, αλλά και νεώτεροι ορθόδοξοι θεολόγοι, επικαλούμενοι κυρίως τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, υποστήριξαν ότι η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού ανήκει στο αρχικό σχέδιο της δημιουργίας και είναι ανεξάρτητη από την πτώση του ανθρώπου. Ισχυρίσθηκαν δηλαδή ότι ο Λόγος του Θεού θα γινόταν άνθρωπος, ακόμα και αν ο άνθρωπος δεν αμάρτανε και δεν είχε ανάγκη σωτηρίας (απροϋπόθετη ενανθρώπηση). Η άποψη όμως αυτή, που δεν συμφωνεί με την Παράδοση της Εκκλησίας, ούτε με τον ίδιο τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ενέχει σοβαρές θεολογικές συνέπειες. Έτσι μπορεί η δημιουργία του ανθρώπου να εκληφθεί ως προκαταρκτικό έργο για την ενανθρώπηση του Θεού, και η ενανθρώπηση του Θεού ως το τελικό στάδιο κάποιας θεογονικής εξελίξεως. Ο σκοπός της θείας ενανθρώπισης δεν είναι άλλος, παρά η σωτηρία και ανακαίνιση του ανθρώπου. Αν δεν υπήρχε ανάγκη να σωθεί ο άνθρωπος, δεν θα γινόταν ο Θεός άνθρωπος. Προηγείται η ανάγκη της σωτηρίας του ανθρώπου και έπεται οικονομία της θείας ενανθρώπισης. Ή όπως επιγραμματικά σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος, δεν υπάρχει «άλλη τις αιτία της οικονομίας», παρά μόνο η σωτηρία του ανθρώπου. Αν παραμέναμε αυτό που ήμασταν και τηρούσαμε την εντολή, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, θα γινόμασταν αυτό που δεν ήμασταν, δηλαδή αθάνατοι, και θα πλησιάζαμε το Θεό. Επειδή όμως με τον φθόνο του διαβόλου εισήλθε στον κόσμο ο θάνατος και παρέσυρε τον άνθρωπο, έγινε ο Θεός άνθρωπος και πάσχει μαζί μας και πτωχεύει με τη σάρκωση του, για να πλουτίζουμε εμείς με τη δική του πτωχεία. Αν δεν είχε προηγηθεί δηλαδή η πτώση το ανθρώπου, δεν θα υπήρχε λόγος να πραγματοποιηθεί η ενανθρώπηση του Θεού και στην συνέχεια η σταύρωση του.
Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως.
Με τη θεωρία της απροϋπόθετης ενανθρωπήσεως κινδυνεύει να εκληφθεί το μυστήριο της θείας οικονομίας ως προσποιητή διαδικασία. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο για να τελειωθεί «καθ' ομοίωσιν» του. Παράλληλα προνόησε, ώστε και μετά την παράβαση της εντολής, στην οποία θα προέβαινε ο άνθρωπος, να μη ματαιωθεί ο σκοπός της δημιουργίας, αλλά να καταστεί δυνατή η πραγμάτωση του με την ενανθρώπηση. Αυτό δηλαδή που δεν κατόρθωσε ο άνθρωπος, επειδή απατήθηκε από τον διάβολο και αθέτησε την εντολή, το προσφέρει ο Θεός με την ενανθρώπηση του. Ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως δεν βρίσκεται στον Χριστό αλλά στον άνθρωπο. Και γίνεται ο Θεός άνθρωπος, επειδή εξαρχής ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου ήταν να ομοιάσει προς τον Θεό. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι η ενανθρώπηση του Χριστού είναι το «προ-επινοούμενον τέλος, ου ένεκα μεν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα». Κάτι παρόμοιο παρατηρεί και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όπως και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτά όμως λέγονται με το δεδομένο της πτώσεως του ανθρώπου, που προγνώριζε ο Θεός. Και με το δεδομένο αυτό τα πάντα κορυφώνονται στην ενανθρώπηση του Θεού, που συμπίπτει με τη θέωση του ανθρώπου.
Η πατερική μεθοδολογία.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεολογούν στηριζόμενοι στα γεγονότα της θείας οικονομίας και της ανθρώπινης ιστορίας. δεν πιθανολογούν για υποθετικές περιπτώσεις, όπως έκαναν αργότερα οι σχολαστικοί. Και μέσα στο πλαίσιο της θείας οικονομίας η ενανθρώπηση του Θεού αποτελεί ασφαλώς τον ύψιστο και τελικό σκοπό. Όταν όμως σε άλλες περιπτώσεις οι ίδιοι Πατέρες αναφέρονται στην αιτία της θείας ενανθρωπήσεως, την συνδέουν αμέσως με τη σωτηρία του εκπεσόντος ανθρώπου. Και ο ίδιος ο άγιος Μάξιμος στη συνέχεια του κειμένου που παραθέσαμε σημειώνει ότι το έργο που «προεπενοήθη» και πραγματοποιήθηκε με την έλευση του Χριστού αποτελεί εκπλήρωση της προγνώσεως του Θεού. Ο άχρονος Θεός κρίνει με την πρόγνωση, χωρίς να χρειάζεται να αναμείνει την έκβαση των πραγμάτων. Προγνωρίζει τα πάντα, αλλά δεν καθορίζει τα πάντα. Άλλωστε και σε άλλα κείμενα του ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει σαφώς ως προϋπόθεση της ενανθρωπήσεως την πτώση του ανθρώπου και την ανάγκη σωτηρίας της φύσεως του. Χαρακτηριστικός μάλιστα είναι και ο τρόπος με τον οποίο απαντά ο άγιος Μάξιμος στο ερώτημα μοναχού σχετικά με τον σκοπό της θείας ενανθρωπήσεως. Απορώ, λέει, πως με ρωτάς για το θέμα αυτό, ενώ καθημερινά ακούς το Σύμβολο της πίστεως, όπου υπάρχει η απάντηση. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η θεωρία της απροϋπόθετης ενανθρωπήσεως ακυρώνει το περιεχόμενο του ονόματος «Ιησούς-Σωτήρ», που έλαβε ο Λόγος του Θεού κατά την ενανθρώπηση του.

Κυριακή των Απόκρεω: Η ανθρώπινη ιστορία, ως απαραίτητος προβληματισμός την αγωνιστική περίοδο του Τριωδίου





Η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, είναι αφιερωμένη στο πιο φοβερό γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας, στη μέλλουσα Κρίση, ως απαραίτητος προβληματισμός των πιστών αυτή την αγωνιστική αυτή περίοδο.
               Η μέλλουσα Κρίση, είναι θεμελιώδης πίστη της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία θα επισυμβεί στο τέλος αυτού του πρόσκαιρου κόσμου και περιγράφεται σαφέστατα στο ευαγγέλιο του Ματθαίου .Ο Κύριος, λίγο πριν το πάθος Του, ομιλώντας για το τέλος του κόσμου, είπε πως, όταν έρθει ο Ίδιος στη Δεύτερη και φοβερή παρουσία Του «εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ' αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη ». Τότε λοιπόν ο μεγάλος Κριτής, θα ξεχωρίσει τα πρόβατα από τα ερίφια, όπως κάνει εξάλλου και κάθε βοσκός. Και θα τοποθετηθούν εκ δεξιών όλοι αυτοί οι οποίοι έζησαν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και πάνω απ΄όλα έδειξαν έμπρακτα την αγάπη τους σε όλους όσους είχαν την ανάγκη, δηλαδή στους πεινασμένους, στους διψασμένους, στους ασθενείς και στους φυλακισμένους. Ενώ αντίθετα σε αυτούς οι οποίοι δεν ενδιαφέρθηκαν να δείξουν την αγάπη τους και την ευσπλαχνία τους, ο Κύριος μας θα τους πει  « πορεύεσθε απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιων το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού,  εφ' όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον ».
Αὐτή τήν μακαρία ἐλπίδα τῆς θείας ἐπιφανείας, πού ὑπάρχει μέσα στίς ψυχές τῶν πιστῶν ἀνθρώπων, στηρίζει καί ἐπιβεβαιώνει ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας καθώς ἐπαναλαμβάνει τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τήν Δευτέρα καί ἔνδοξη Παρουσία καί ἐπανεμφάνισί Του ἐνώπιον πάντων τῶν Ἀγγέλων, ἀνθρώπων καί δαιμόνων στήν σημερινή Κυριακή τῆς Ἀποκρέω..

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Πολύτιμα θησαυρίσματα περί προσευχῆς

http://www.gapphotos.com/images/WebPreview/0107/0107326.jpghttp://www.maisondesfleurs.gr/images/xilini_val2.jpghttp://imgc.allpostersimages.com/images/P-473-488-90/76/7619/54VF300Z/posters/will-wilkinson-single-flower-on-white-background.jpg 
"Προσευχή ταπεινοῦ νεφέλας διῆλθε" (Σειρ. 35, 21).
"Ὄρθριζε πρός Κύριον Παντοκράτορα δεόμενος· εἰ καθαρός εἶ καί ἀληθινός, ἐπακούσεται τῆς δεήσεώς σου" (Ἰώβ η').
"Θυσίαι ἀσεβῶν βδέλυγμα Κυρίῳ, προσευχαί δέ κατευθυνόντων δεκταί παρ' αὐτῷ"(Σολομών).

"Μακράν ἀπέχει ὁ Θεός ἀπό ἀσεβῶν, εὐχαῖς δέ δικαίων ὑπακούει" (Παροιμ. ΙΕ΄, 19).
"Προσεύχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καί διωκόντων ὑμᾶς" (Ματθ. Ε΄, 44).
"Αἰτεῖτε καί δοθήσεται ἡμῖν, ζητεῖτε καί εὑρήσετε, κρούετε καί ἀνοιγήσεται ὑμῖν· πᾶς γάρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καί ὁ ζητῶν εὑρίσκει καί τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται" (Ματθ. Ζ' 7-8).
"Ὅ,τι ἄν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου πιστεύοντες λήψεσθε" (Ἰωάν. 14,13).
https://fdathanasiou.files.wordpress.com/2011/06/cf80cf81cebfcf83ceb5cf85cf87ceae.jpg
"Αἰτεῖτε καί οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε" (Ἰακ. 4,3).
"Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον" (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος).
"Ὅπου εὐχή καί εὐχαριστία, Ἁγίου Πνεύματος παραγίνεται χάρις καί φυγαδεύονται δαίμονες καί πᾶσα ἀντικειμένη δύναμις δραπετεύει καί ἀφίσταται" (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος).
"Προσευχή σωφροσύνης ἐστί φυλακτήριον, παρθενίας σφραγίς, θυμοῦ παιδαγωγία, τύφου καταστολή, μνησικακίας καθάρσιον, φθόνου καθαίρεσις, εἰρήνης ἀσφάλεια" (Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης).
"Ἡ προσευχή ἐστίν ἀνάβασις πρός Θεόν" (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός).
"Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους. Ἰησοῦ μνήμη ἑνωθήτω τῇ πνοῇ σου" (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος).
"Προσεύχου πρότερον περί τοῦ καθαρθῆναι τῶν παθῶν· καί δεύτερον, περί τοῦ ρυσθῆναι ἀπό τῆς λήθης· καί τρίτον ἀπό παντός πειρασμοῦ καί ἐγκαταλείψεως" (Ὅσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής).
"Ἄν ἡ προσευχή μας δέν συμφωνήσῃ μέ τά ἔργα μας, ἄδικα κοπιάζομεν εἰς αὐτήν" (Ἀββᾶς Μωϋσῆς).
"Μή θέλε, ὡς σοι δοκεῖ, ἀλλ' ὡς Θεῷ ἀρέσκει γενέσθαι τά κατά σέ καί ἔσῃ ἀτάραχος ἐν τῇ προσευχῇ σου" (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος).
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

Ὁ Ἐχθρός (διάβολος) διεγείρει ζηλοτυπίαν καί φθόνον κατά τῶν ἀδελφῶν ὅταν προκόπτουν Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjDAW-_e1nTEtGLX7wbf6NhLn_hll8TfUdGR9y5B4LhqfWnhLZ25IlL8hWubXVEkON-9NSwpIg02J969eyrTgmQLUAgJRz27pj2zJv5wa857g49KxxuLIy4Xn6gfj-h2wOelr4UaDiD-Vo/s1600/1.jpg
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ςΑ':
http://www.tlife.gr/files/Image/SxeseisKaiSex/Zilia/2011/03/resized/erwtiki_zilia_h_633_451.jpg
Ἀγαπητοί, ἄς ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους καί ὁ Ἐχθρός θέλει καταισχυνθῆ· διότι δέν παύει διεγείρων ζηλοτυπίαν καί φθόνον κατά τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ. Διότι οἱ παρακολουθοῦντες τήν τοῦ Ἐχθροῦ βουλήν, ἰδόντες μεταξύ αὐτῶν ἀδελφόν ἐκ ψυχῆς δουλεύοντα εἰς τόν Κύριον, δέν ὑποφέρουσιν, ἀλλά διεγείρουσι μηχανεύματα θέλοντες ν' ἀποδιώξωσιν αὐτόν, ὑποπτεύοντες μήπως προκόψας διά τῆς ἀληθοῦς εὐλαβείας, γίνῃ ἰσχυρότερος αὐτῶν· καί οὗτος μέν διωχθείς πορεύεται, καί εἶναι ἀθῶος ἐκ τῆς αἰτίας τοῦ χωρισμοῦ· οἱ δέ αἴτιοι τούτου, δέν εἶναι ἀθῶοι.
Τοιουτοτρόπως ὁ Ἰωσήφ ἐπωλήθῃ εἰς τήν Αἴγυπτον, ὁ δέ Θεός, τόν ὁποῖον εἶχεν ἐν τῇ ψυχῇ, δέν παρέβλεψεν αὐτόν, ἀλλά τῷ ἔδωκε χάριν καί σοφίαν ἐνώπιον τοῦ Φαραῶ, βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, καί κατέστησεν αὐτόν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου, καί ὅλου τοῦ οἴκου αὐτοῦ, καί οἱ ἀπελπίσαντες αὐτόν ἐπορεύοντο νά προσκυνήσωσιν αὐτόν μετά δώρων, οὔ μόνο ὡς ἀδελφόν, ἀλλ' ὡς βασιλέα καί κύριον πάσης τῆς γῆς Αἰγύπτου. Διότι εἶναι γεγραμμένον· "Κύριος διασκορπίζει βουλάς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δέ λογισμούς λαῶν,  καί ἀθετεῖ βουλάς ἀρχόντων· ἡ δέ βουλή τοῦ Κυρίου εἰς τόν αἰῶνα http://4.bp.blogspot.com/-FQQ0_qdBRpk/UmbMzDhZb7I/AAAAAAAATVc/SxSpWU5P9TI/s1600/DSC05328.JPGμένει". Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου, καί δέν θέλω φοβηθῇ τί θέλει ποιήσει εἰς ἐμέ ἄνθρωπος. Ἄς προφυλαττώμεθα λοιπόν, ἀγαπητοί, ἵνα μή σκανδαλίσωμεν ἕνα τῶν μικρῶν τούτων, ἐπειδή ὁ Κύριος καί Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶπεν· "Εἶναι κάλλιον εἰς αὐτόν, ἵνα κρεμασθῇ μύλος εἰς τόν τράχηλον αὐτοῦ, καί καταποντισθῇ εἰς τό πέλαγος τῆς θαλάσσης, παρά νά σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ". Καί πάλιν. "Προσέχετε μή καταφρονήσητε ἕνα τῶν μικρῶν τούτων· διότι βέβαια λέγω εἰς ὐμᾶς, ὅτι οἱ ἄγγελοι αὐτῶν βλέπουσι διά παντός τό πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς". Διό ἄς ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἀγαπητοί, ὅπως ἰδών ὁ Κύριος τήν πίστιν καί τήν ὁμόνοιαν, τή ὁποίαν ἔχομεν εἰς τόν φόβον Αὐτοῦ, εὐφρανθῇ ἐν ἡμῖν· καθώς γέγραπται· "Θέλει εὐφρανθῆ ὁ Κύριος εἰς τά ἔργα Αὐτοῦ".
Πῶς ἀποκτᾶ, τις τήν ταπεινοφροσύνην
Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, ΑΣΚΗΤΙΚΑ
Ἐκδόσεις Β. Ρηγοπούλου