Σάββατο 26 Μαΐου 2018

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ



Το Άγιο Πνεύμα

Διάβασες στὸ Εὐαγγέλιο τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ: «Πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις… οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ.12,31-32). Καὶ ρωτᾶς τί σημαίνει βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;



Εἶναι ἡ βλασφημία κατὰ τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωῆς, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄπιστος ποὺ μισεῖ καὶ διώκει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ αὐτόχειρας ποὺ μισεῖ καὶ ἀφαιρεῖ τὴ ζωή του, βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐφόσον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλεῖται καὶ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς ζωῆς. Στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη γράφεται ὅτι ὁ Χριστὸς τρεῖς φορὲς ἐπικαλέσθηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴ σημασία τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας: «Ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὅ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν…» (Ἰωαν. 14,26) -«ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὅν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας…» (Ἰωάν. 15,26)- «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 16,13).

Ἐκεῖνος, λοιπόν, ποὺ ἀρνεῖται καὶ χλευάζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀρνεῖται καὶ χλευάζει τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας.



Ρωτᾶς γιατί αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα δὲν συγχωρεῖται ἐνῶ κάθε ἄλλο ἁμάρτημα συγχωρεῖται. Κοίταξε, στὸν Ζακχαῖο συγχωρέθηκε τὸ ἁμάρτημα τῆς φιλαργυρίας, σὲ ἁμαρτωλὲς γυναῖκες τὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα, τοῦ ληστῆ στὸ σταυρὸ οἱ ληστεῖες καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους πολλὰ ἄλλα ἁμαρτήματα. Γιατί λοιπὸν νὰ μὴν συγχωρεῖται καὶ ἡ ἄρνηση, ἡ ἀπιστία, ὁ χλευασμὸς κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;



Ἐπειδὴ στὰ μὲν πρῶτα ὑπάρχει ντροπὴ καὶ μετάνοια ἐνῶ στὸ δεύτερο δὲν ὑπάρχει. Στὰ μὲν πρῶτα, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, ἂν καὶ ἁμαρτάνει, διαθέτει ντροπὴ καὶ φόβο ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὸν Θεό, ἐνῶ στὸ δεύτερο ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ διακόπτεται καὶ ὁ ἀσεβὴς ἄνθρωπος ἀνεπίστρεπτα καὶ ἐντελῶς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό. Στὰ μὲν ὑπάρχει ἀδυναμία στὸ δὲ ἐμμονή. Στὰ μὲν ἡ ψυχὴ ταξιδεύει στὸ σκοτάδι καὶ ἀποκαλεῖ τὸ σκοτάδι φῶς. Στὸ δὲ συμβαίνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἔχει τὴν παραμικρὴ διάθεση νὰ σωθεῖ καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν σώζει μὲ τὴ βία.



Μία ἄλλη βλασφημία πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ἔχθρα πρὸς τὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀφαίρεση τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλεῖται καὶ χορηγός τῆς ζωῆς, δωρητὴς τῆς ζωῆς. Ἔτσι ὅταν ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει ζωὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀλλὰ ἀγνοεῖ ἀπὸ ποῦ ἔλαβε τοῦτο τὸ δῶρο μὴ εὐχαριστώντας τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ τοῦ συγχωρεθεῖ. Ἀκόμα καὶ κάποιος ποὺ γνωρίζει ἀπὸ ποῦ ἔλαβε τὸ πολύτιμο αὐτὸ δῶρο καὶ παρόλα αὐτὰ δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ τοῦ συγχωρεθεῖ. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος λαμβάνει ζωὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μὲ περιφρόνηση τὴν πετᾶ, αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ συγχωρεθεῖ.



Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ πρέπει πρὶν ἀπ’ ὅλα νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει συγχώρεση. Συγχώρεση τοῦ ἁμαρτωλοῦ σημαίνει νὰ τοῦ ἐπιστραφεῖ πλήρως ἡ ζωή. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος δὲν θέλει τὴ ζωὴ πολὺ δὲ περισσότερο τὴ μισεῖ καὶ τὴν ἀρνεῖται, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τί ἄλλο νὰ τοῦ δώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν διαγράφει ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς.



Προσευχήσου στὸν Θεὸ νὰ φυλᾶ ἐσένα καὶ τοὺς οἰκείους σου ἀπὸ ἀσυγχώρητα ἁμαρτήματα καὶ νὰ σταματᾶ τὸν ἀνόητο ξεσηκωμὸ τοῦ δημιουργήματος ἐνάντια στὸν Δημιουργό του.


Τετάρτη 23 Μαΐου 2018

Περί διορατικών



Ο μακάριος Παύλος ο απλός, ο μαθητής του , διηγήθηκε στους ότι κάποτε επισκέφθηκε ένα μοναστήρι για ωφέλεια των αδελφών. Μετά τη συνηθισμένη συνομιλία μεταξύ τους, μπήκαν στην αγία του Θεού εκκλησία να κάνουν την καθιερωμένη . Ο μακάριος Παύλος -λέει- πρόσεχε τον καθένα που έμπαινε στην εκκλησία, άραγε με ποια ψυχική διάθεση ερχόταν στην ακολουθία. Γιατί ο και αυτό το χάρισμα του είχε δώσει, να βλέπει ποιός είναι ο καθένας στην ψυχή, όπως εμείς βλέπουμε ο ένας τον άλλο


Όλοι έμπαιναν με λαμπρή την ψυχή και το πρόσωπο χαρωπό και ο άγγελος του καθενός χαιρόταν μαζί του. Έναν -λέει- τον βλέπει μαύρο και σκοτεινό σ΄όλο του το σώμα. Δαίμονες τον περιτριγύριζαν κι απ΄τα δύο μέρη, τον τραβούσαν και του περνούσαν χαλινάρι στη μύτη, ενώ ο άγγελός του ακολουθούσε από μακριά, σκυθρωπός και θλιμμένος.
Ο Παύλος κλαίγοντας και χτυπώντας με το χέρι το στήθος, καθόταν έξω από την εκκλησία και θρηνούσε αυτόν που τον είδε σε τέτοια κατάσταση. Οι Πατέρες μπροστά στην παράξενη στάση του αββά και στην απρόοπτη μεταβολή του σε δάκρυα και πένθος, άρχισαν και οι ίδιοι να θρηνούν, και τον ρωτούσαν και τον παρακαλούσαν να τους πει τί είδε, φοβούμενοι μήπως το έκανε γιατί είχε κάποιο παράπονο από όλους. Τον παρακαλούσαν ακόμη να μπει στην ακολουθία.
Ο Παύλος όμως τους απομάκρυνε και καθόταν έξω, θρηνώντας με την ψυχή του αυτόν που τον είδε έτσι.
Ύστερα από λίγο η ακολουθία τελείωσε και όλοι έβγαιναν. Ο Παύλος πάλι παρατηρούσε τον καθένα, θέλοντας να δει σε τί κατάσταση ήσαν αυτοί που έβγαιναν. Βλέπει λοιπόν εκείνον τον άνδρα, τον μαύρο και ζοφερό, να βγαίνει από την εκκλησία λαμπρός στο σώμα, τους δαίμονες να ακολουθούν κάπου μακριά και τον άγιο άγγελο κοντά του να τον συνοδεύει και να χαίρεται πολύ γι΄αυτόν. Ο Παύλος αναπήδησε με χαρά και φώναζε ευλογώντας τον Θεό:
«Ώ ανέκφραστη φιλανθρωπία του Θεού και αγαθότητα! Ώ, δόξα στους θείους οικτιρμούς Του και στην άμετρη φιλανθρωπία Του!»
Τρέχοντας αμέσως ανέβηκε σε ψηλό σκαλοπάτι και έλεγε με μεγάλη φωνή:
«Ελάτε να δείτε τα έργα του Θεού τί καταπληκτικά και αξιοθαύμαστα είναι. Ελάτε να δείτε αυτόν που θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να γνωρίσουν την αλήθεια. Ελάτε να τον προσκυνήσουμε, να πέσουμε στα πόδια του και να του πούμε: Σύ μόνος μπορείς να απαλλάσσεις από τις αμαρτίες».
Έτρεχαν όλοι μαζί με ενδιαφέρον να ακούσουν τα λεγόμενα. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, ο Παύλος περιέγραψε τί είχε αποκαλυφθεί σ΄αυτόν, πρίν μπουν στην εκκλησία. Ύστερα ζήτησε επίμονα από κείνον τον άνδρα να φανερώσει για ποια αιτία ο Θεός του χάρισε ξαφνικά μια τέτοια αλλαγή.
Ο αδελφός, αφού εξετέθη από τον Παύλο μπροστά σε όλους, χωρίς δισταγμό άρχισε να λέει τα σχετικά με τον εαυτό του.
«Εγώ -είπε- είμαι άνθρωπος αμαρτωλός. Από πολύ καιρό και μέχρι τώρα ζούσα μέσ΄στα σαρκικά αμαρτήματα. Όταν όμως μπήκα στην αγία του Θεού εκκλησία, αυτή την ώρα άκουσα από τον προφήτη Ησαϊα -μάλλον ο Θεός μιλούσε μέσω αυτού- να λέει: Να λουσθείτε, να καθαρισθείτε. Να αφαιρέσετε τις πονηρίες και τα αμαρτωλά πάθη από τις καρδιές σας, ώστε να είσθε καθαροί ενώπιόν μου.
Να μάθετε να κάνετε το καλό. Και αν οι ψυχές σας είναι κόκκινες, θα τις λευκάνω σαν το χιόνι. Κι αν θελήσετε να με ακούσετε, θα απολαύσετε τα αγαθά της γης. Και εγώ ο πόρνος -λέει- με τα λόγια αυτά του προφήτη ένιωσα κατάνυξη στην ψυχή.
Στέναξα μέσα μου και είπα στον Θεό: Σύ είσαι ο Θεός, που ήρθες στον κόσμο να σώσεις τους αμαρτωλούς. Αυτά που τώρα υποσχέθηκες με τον προφήτη σου, αυτά πραγματοποίησέ τα σε μένα τον αμαρτωλό και ανάξιο. Νά, από τώρα σου δίνω τον λόγο μου κι έρχομαι σε συμφωνία μαζί σου, και με την καρδιά μου σου υπόσχομαι ότι δεν θα κάνω πλέον κάτι από αυτά τα κακά.
Εγκαταλείπω κάθε παρανομία και από τώρα υπηρετώ εσένα με καθαρή συνείδηση. Σήμερα, Κύριέ μου, καί απ΄αυτή την ώρα δέξαι με μετανοημένο, πεσμένο στα πόδια σου και αποφασισμένο από δω και πέρα να απέχω από κάθε αμαρτία. Με αυτές τις συμφωνίες -λέει- έφυγα από την εκκλησία παίρνοντας μέσα στην ψυχή μου την απόφαση να μήν πράξω πια τίποτε το κακό απέναντι στον Θεό».
Όλοι όσοι τα άκουσαν αυτά, με μια φωνή έψαλλαν δυνατά στον Θεό:
«Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας».
Λοιπόν, χριστιανοί, καθώς ξέρουμε από τις θείες Γραφές και τις αποκαλύψεις πόση αγαθότητα έχει ο Θεός σε όσους καταφεύγουν με ειλικρίνεια σ΄Εκείνον και διορθώνουν με μετάνοια τα προηγούμενα αμαρτήματα, καί ότι δίνει πάλι τα αγαθά που έχει υποσχεθεί, χωρίς να τιμωρεί τις προηγούμενες αμαρτίες, εμείς ας μήν απελπιστούμε για τη σωτηρία μας.
Όπως δηλαδή υποσχέθηκε με τον προφήτη Ησαϊα ότι θα πλύνει όσους έχουν βρεθεί στον βούρκο της αμαρτίας και ότι θα τους λευκάνει σαν μαλλί και χιόνι, και ότι θα τους κάνει άξιους για τα αγαθά της άνω Ιερουσαλήμ, έτσι πάλι με τον άγιο προφήτη Ιεζεκιήλ ορκίζεται ότι δεν θα μας καταστρέψει. Γιατί, λέει η προφητεία:
«Ζω εγώ -διαβεβαιώνει ο Κύριος- και δεν θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού, ώσπου να επιστρέψει και να έχει ζωή».
Από το Μέγα Γεροντικό

Το διορατικό χάρισμα του Γ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ



Το διορατικό χάρισμα είναι ή δυνατότητα πού δίνει ο Θεός σε ορι­σμένους ανθρώπους είτε να βλέπουν τον εσωτερικό κόσμο των άλλων είτε να βλέπουν σε απόσταση αντικείμενα ή γεγονότα, να βλέ­πουν τι γίνεται πίσω από τον τοίχο ή πίσω άπ' το βουνό. Και αυτό όχι μόνο επί γης σε οποιαδήποτε απόσταση, Και στην πιο μακρινή, αλλά και σε άλλον πλανήτη. Τα περιστατικά πού ακολουθούν φανερώνουν ότι ο Θεός είχε δώσει αυτό το χάρισμα στον Γέροντα Αμβρόσιο.
Μια μέρα, ξεκίνησαν για το Μοναστήρι από την Αθήνα δύο γυ­ναίκες. Ή μία γνώριζε τον Γέροντα. Ή άλλη τον επισκεπτόταν για πρώτη φορά Και είχε στο πορτοφόλι τις φωτογραφίες των δύο αγοριών της. Είχε τη μεγάλη επιθυμία να τις ευλογήσει ο Γέροντας. Μόλις μπήκαν στο κελί του, μετά τον χαιρετισμό γύρισε Και της είπε, χωρίς άλλη κουβέντα:
- Δώσε μου, να σου σταυρώσω τα κλαδάκια σου! ...
Μια Κυριακή, ο Γέροντας ήταν στο Μοναστήρι Και λειτουργούσε. Από το μέρος αυτό έβλεπε τη χειροτονία σε διάκονο ενός πνευματικού του παιδιού στην Κρήτη. Και την ώρα πού τελείωνε ή χειροτονία Και φώ­ναξε ο Επίσκοπος «Άξιος!», βγήκε ο Γέροντας από το Ιερό, στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη Και είπε δυνατά:
- Άξιος! Άξιος! Άξιος! Οι άνθρωποι στο εκκλησίασμα ξαφνιάστηκαν, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν, αλλά εκείνος μετά τους καθησύχασε:
Αυτή την ώρα χειροτονείται ένα δικό μου παιδί Και φώναξα κι εγώ, ήταν τα λόγια του.
Ένας άνδρας από τη Ρόδο συνήθιζε να γονατίζει από σεβασμό, όταν επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τον Γέροντα. Άλλα μια μέρα πού τον είχε πάρει να ζητήσει ευχή για τον ίδιο Και για το παιδί του, τον άκουσε να ρωτά:
- Δεν μου λες, ποιος είναι πίσω σου, στο δεξιό μέρος;Ό άνθρωπος κοίταξε, αλλά δεν είδε κάποιον.
- Κανένας, Γέροντα.
- Κανένας, ε; Δεν είναι ο Κύριος;
Ό άλλος τότε πρόσεξε. Υπήρχε όντως στον τοίχο μία εικόνα του Κυ­ρίου εσταυρωμένου.
- Ναι, Γέροντα, ψέλλισε.
-Ε, άπ' Αυτόν να ζητάς την ευχή Και την προστασία Και σ' Αυτόν να γονατίζεις Και να προσεύχεσαι, του απάντησε από το Δαδί εκείνος, πού, εννοείται, δεν ήξερε τίποτε για το πώς συμπεριφέρεται ο άνθρωπος ή για το πως είναι διαμορφωμένο το εσωτερικό του σπιτιού του.

Κάποτε επισκέφτηκε το Μοναστήρι μια συντροφιά από τη Χαλκίδα. Μεταξύ αυτών ήταν Και μία γυναίκα, ή οποία πολύ ευλαβείτο τον Γέ­ροντα. Κάποια στιγμή μπήκαν στο κελί του, περιγελώντας Και αμφισβη­τώντας τον, ο άνδρας της κι ένας φίλος του. Ή γυναίκα περίμενε άπ' έξω με μεγάλη ανυπομονησία. Όπως μπήκαν, έτσι Και βγήκαν γελού­σαν Και ειρωνεύονταν.
Αυτή απόρησε. Και μπήκε μέσα, να δείτε είχε συμβεί. Ό Γέροντας της είπε:
- Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Ήρθαν χωρίς διάθεση. Κούτσουρα ήρθαν Και κούτσουρα έφυγαν.
- Μια μέρα τον επισκέφθηκαν τέσσερις νέοι, τρεις Έλληνες Και ένας κα­τά το ήμισυ Έλληνας Και κατά το άλλο ήμισυ Γάλλος. Μπήκε πρώτος στο κελί του ο ένας Έλληνας, στον όποιο ο Γέροντας είχε μεγάλη αγάπη.

- Γέροντα, ευλογείτε. Έχω έλθει με κάποιους φίλους μου. Μα περά­σουν;
- Όχι. Μα φέρεις τον Στέφανο πρώτα.
-Ποιόν Στέφανο; είπε ο άνθρωπος απορώντας Και βγήκε να βεβαιωθεί. Επέστρεψε σε λίγο.
Δεν υπάρχει Στέφανος, Γέροντα.
Βρε, φέρε τον Στέφανο μέσα, έκανε χαμογελώντας ο παππούς,Και μπήκε τελικά ο Έτιέν (έτσι λέγεται ο Στέφανος στα γαλλικά), έμει­νε για ώρα μόνος του με τον Γέροντα Και βγήκε έπειτα κλαίγοντας.
- Μου ανέλυσε όλη μου τη ζωή, από τότε πού γεννήθηκα μέχρι τώ­ρα, πρόλαβε να πει ο άνθρωπος κι απομακρύνθηκε να μείνει μόνος με τις αποκαλύψεις πού του είχαν γίνει.
Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ένα μικρό χωριό της Αιτωλοα­καρνανίας Και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευ­τες στερήσεις Και δυσκολίες, όμως με μια μοναδική αξιοπρέπεια. Ή κυρα-Βασιλική.

Οι σύγχρονοι Γέροντες, χαρακτηρίζονται από μια θαυμαστή ενότητα Πίστεως και Ζωής με τους παλαιοτέρους Αγίους,


Οι σύγχρονοι Γέροντες, χαρακτηρίζονται από μια θαυμαστή ενότητα Πίστεως και Ζωής με τους παλαιοτέρους Αγίους, μια ενότητα η οποία δεν μπορεί να είναι έργο ανθρωπίνης δυνάμεως η μιμήσεως, αλλά φυσικό συνεπακόλουθο της ενότητος παλαιών και νέων Αγίων με τον πάντοτε απαράλλακτο Χριστό (Εβρ. 13, 8), ενότητα των κλημάτων με τη ζωοποιό Άμπελο (Ιω. 15, 4.5).
Άγιος Γέροντας Παΐσιος
Ο Άγιος γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.
Άγιος Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013. Ο π. Πορφύριος, γεννήθηκε το 1906 από ευσεβείς και πολύ φτωχούς γονείς στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας Ευβοίας. Στο σχολείο πήγε μέχρι Β΄ Δημοτικού. Τα γράμματα, όπως μου είπε, τα έμαθα διαβάζοντας το Ευαγγέλιο και τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του. Κι ο μικρός Ευάγγελος- αυτό ήταν το όνομα του Γέροντα- δούλευε στα χωράφια και έβοσκε τα λιγοστά πρόβατά τους στις πλαγιές του χωριού. Εκεί διάβαζε και το Βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτη. Τόσο πολύ τον συνεπήρε η αγία μορφή του Οσίου, που άρχισε να σκέπτεται να τον μιμηθεί.Μικρός καθώς ήταν, 13-14 ετών, βρήκε τον τρόπο και έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί εγκαταστάθηκε στα Καυσοκαλύβια και έγινε υποτακτικός σε ένα κελί, σε δύο πολύ καλά και αυστηρά Γεροντάκια. Έζησε μαζί τους 5-6 χρόνια, έμαθε την καλογερική, την «άκρα» και «χαρούμενη» όπως έλεγε, υπακοή, την καθαρή αγάπη του θεού και δέχθηκε – άδολο και αγνό παιδί όπως ήταν- το διορατικό χάρισμα.
Γέροντας Αρσένιος Σπηλαιώτης
  Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με !!! – Προσπαθούμε νά λέμε συνέχεια τήν ευχή αλλά ό νούς μας περισπάται. – Όταν λέμε τήν ευχήν όσο μπορούμε, ζορίζουμε και τό μυαλό νά καταλαβαίνουμε τί λέμε. Αυτό όμως γιά νά τό πετύχουμε θέλει πολλήν βίαν. Όμως όταν δουλεύης, λέγε συνέχεια μέ τό στόμα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ό νούς σίγουρα φεύγει, πάει στήν δουλειά, ταξιδεύει εδώ ή εκεί, όμως τό αυτί ακούει, κάτι πιάνει, και σιγά σιγά τό κατεβάζει στήν καρδιάν. Αλλά και νά μήν καταλαβαίνεις εσύ τήν ευχήν, όμως ό σατανάς καταλαβαίνει πολύ καλά και τρέμει μόνο που ακούει τ’ όνομα του Χριστού. » Γέροντας Αρσένιος ο Σπηλαιώτης
Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης
Ο μακάριος Άγιος Γέροντας Γεώργιος καταγόμενος από τον Πόντο γνώρισε από πολύ νωρίς την ορφάνια και την μοναξιά. Μετά από διώξεις και φυλακίσεις από το άθεο καθεστώς της Γεωργίας, φθάνει στην Ελλάδα, όπου ζώντας ασκητικά και με θερμή πίστη, χαριτώνεται ο ταπεινός και άξιος λειτουργός του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας.
Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Ο Γέροντας αγαπούσε να εργάζεται και δεν σταματούσε καθόλου στις ώρες πού επέτρεπε το πρόγραμμα. Το εργόχειρο μας τότε ήταν σταυρουδάκια σκαλιστά, τα οποία σκάλιζε με μεγάλην ευχέρεια και ταχύτητα, αφού εμείς ετοιμάζαμε το ξύλο. Έμενε μόνος του στο καλυβάκι πού του χτίσαμε μακρύτερα από μας, κι εμείς πηγαίναμε να τον βρούμε το μεσημέρι και μετά φεύγαμε ο καθένας μόνος του.
Άγιος Νικόλαος Πλανάς
Η ωραία, η εύανδρος και αγιοτόκος Νάξος, είχε την θεία εύνοια και ευλογία να είναι η Γενέτειρά του. Γεννήθηκε το έτος 1851. Οι γονείς του, Καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και καλοκάγαθοι, όπως όλοι οι νησιώτες, και εύποροι. Είχαν και ένα εμπορικό καΐκι, που πήγαινε από τη Νάξο στην Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Μέσα σε κάποιο από τα κτήματα τους είχαν και ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο.Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς από βρεφικής ηλικίας ήταν αγιασμένος. Τις περισσότερες φορές ως παιδί ήταν στον Ιερό αυτό Ναό και περνούσε πολλές ώρες ε κεί ψάλλοντας όσα ήξερε και φορώντας πολλές φορές, αντί ιερατικού φελωνίου, κάποια σεντόνι, μιμούμενος τούς Ιερείς. Μια μέρα έψαλλε τόσο κατανυκτικά, ώστε προκάλεσε τον θαυμασμό των περαστικών.

Γέροντας Ευθύμιος: Ο διάδοχος του γέροντα Παϊσίου



Του Γιώργου Θεοχάρη

Mια μορφή της Ορθοδοξίας που εκπέμπει αγιότητα. Ένας σύγχρονος ασκητής, που ζει ταπεινά και λιτά μέσα στο δάσος της Καψάλας στο Άγιον Όρος. Εκεί όπου βλέπει μόνο ο Θεός! Συναντάμε τον θεόπνευστο γέροντα Ευθύμιο, τον διάδοχο του πατέρα Παϊσίου, όπως συνηθίζεται να τον αποκαλούν εκατοντάδες προσκυνητές που τον επισκέπτονται καθημερινά. Βεβαίως, εκείνος σε καμία περίπτωση δεν δέχεται αυτόν τον ρόλο. «Είμαι αμαρτωλός και ανάξιος», λέει συνεχώς στον κόσμο που καταφθάνει μέσα από ένα αυτοσχέδιο μονοπάτι στο απόκρημνο κελί του. Εκεί όπου ζει με τρεις ακόμα νεότερους μοναχούς που τον διακονούν.
Γαλήνια μορφή, πράος και χαρισματoύχος. Η απόλυτη ηρεμία των κινήσεων και της φωνής του με άφησε συγκλονισμένο. Αυτός είναι ο γέροντας Ευθύμιος ο Αγιορείτης. Ζει σε ένα λιτό κελί κάτω από τις Καρυές, την Καψάλα, με πέντε ακόμα μοναχούς. Η φήμη του, αν και μόλις πενήντα χρόνων, έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο. Καθημερινά, δέχεται δεκάδες προσκυνητές από κάθε γωνιά του πλανήτη, για να πάρουν την ευχή του και να βρουν λύση στα προβλήματά τους. Να ακούσουν τον λόγο του, να ξαποστάσουν από το λιοπύρι της ζωής και τις τόσες τρικυμίες της. Αναζητώντας ένα ήσυχο λιμάνι…
Κάποιοι από αυτούς ήμασταν κι εμείς, που πριν από είκοσι περίπου μέρες είδαμε τον ξακουστό γέροντα στο ταπεινό κελί του. Στην παρέα ήταν και δύο πρώην βουλευτές, που είχαν, σημειωτέον, ψηφίσει τα Μνημόνια… «Νίκο, σου είπα να μην το κάνεις αυτό», είπε στον έναν από αυτούς, που είχε ξαναπάει και είχε ξαναδεί τον γέροντα.
«Να ξέρετε κάτι, παιδιά μου: η οικονομική αυτή κρίση θα κάνει καλό στην Ελλάδα. Θα το δείτε σε λίγο καιρό, μία μπόρα είναι και θα περάσει. Είναι μία ευκαιρία να ενισχύσουμε την πίστη στον τριαδικό Θεό μας», εξήγησε ο ταπεινός γέροντας.
«Γέροντα, εδώ που φθάσαμε, η Ελλάδα είναι εύκολο να σωθεί;», τον ρώτησα. «Η Ελλάδα και θα σωθεί και σύντομα θα σταθεί στα πόδια της», μου είπε και συμπλήρωσε: «Να προσέχετε εσείς οι δημοσιογράφοι τι γράφετε».
Χωρίς να γνωρίζει την ιδιότητά μου, ούτε καν το όνομά μου, αναφέρθηκε στο γράψιμο… Τον ρώτησα: «Έγραψα κάτι που δεν έπρεπε;» και χαμογελαστά απάντησε: «Είπα γενικότερα να προσέχεις, διότι οι παγίδες στη δημοσιογραφία είναι πολλές…». Η συζήτηση συνεχίστηκε με πνευματικά θέματα, αλλά και με ό,τι αφορά την Ελλάδα. Έδειχνε να πονάει ιδιαίτερα αυτόν τον τόπο, όπως άλλωστε και ο πνευματικός του καθοδηγητής, πατέρας Παΐσιος. Του ζήτησα να μου δώσει ευλογία για να τον φωτογραφήσω, αλλά αρνήθηκε, λέγοντας: «Όχι, παιδί μου…».
«Να ζείτε απλά, χωρίς ανέσεις και επιθυμίες για πολλά στη ζωή σας, να εκκλησιάζεστε τακτικά και να εξομολογείστε, να προσεύχεστε με πίστη και ταπείνωση, με αγάπη για τους συνανθρώπους μας και τον Χριστό μας και τότε ο Παντοδύναμος θα σας χτυπήσει την πόρτα», κατέληξε ο θεόπνευστος γέροντας.


Ο Γέρων Ευθύμιος της Καψάλας γράφει για την αγία μορφή του γέροντα Ευσεβίου Γιαννακάκη

Ο ιερεύς π. Παναγιώτης Τ., ο οποίος διετέλεσε και καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή, σε ομιλία του στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, είχε πει μεταξύ άλλων: «Γνωρίζω πολλούς Αγιορείτας, φτασμένους στην αρετή ανθρώπους, που το όνομα και μόνο του γέροντα ακούνε και κάνουν τον σταυρό τους. Μιλούν με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτόν και τον έχουν άγιο. Θα αναφέρω δύο περιστατικά, άγνωστα στους πολλούς, τα οποία γνωρίζω ο ίδιος από πρώτο χέρι: Κάποιος συμφοιτητής μου ήθελε να γίνει μοναχός. Εσκέπτετο να μεταβεί στο Άγιον Όρος… Τους χρόνους των σπουδών του, ιδίως τους δύο τελευταίους, είχε αυτόν τον προβληματισμό μέσα του. Ένα απόγευμα, το εκμυστηρεύθηκε στον π. Ευσέβιο, αν και δεν ήταν πνευματικό του τέκνο, και εκείνος παραδόξως τον απέτρεψε. Του είπε: “Δεν κάνεις, παιδί μου, για μοναχός”. Το αψήφησε, δεν το έλαβε υπόψη του. Πήγε στη μονή … (μεγάλη κοινοβιακή μονή του Αγίου Όρους), έβαλε μετάνοια στον γέροντα και παρέμεινε δόκιμος. Κάτι δεν πήγαινε καλά και αυτό ήταν η αιτία να μην προχωρήσει ο γέροντας στην κουρά του. Ένα καλοκαίρι που έτυχε να είμαι κι εγώ στη μονή, ο δόκιμος ανέφερε στον ηγούμενο αυτό που του είχε πει ο π. Ευσέβιος. Και εκείνος του είπε: “Δεν μου το έλεγες από την αρχή, παιδάκι μου, ότι ο π. Ευσέβιος σου είπε έτσι; Γιατί και εσύ να βασανίζεσαι κι εμάς να ταλαιπωρείς; Το έβλεπα κι εγώ ότι δεν κάνεις. Είχε δίκιο ο π. Ευσέβιος”. Μία φορά μόνο είχε δει τον συμφοιτητή μου ο διακριτικός γέροντας π. Ευσέβιος και με το χάρισμα της διοράσεως, που το έκρυβε μέσα του με πολλή επιμέλεια, του έδωσε τη σωστή κατεύθυνση. Ο Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης π. Γ.Κ., πριν φύγει για την επαρχία, όπου θα άνοιγε μοναστήρι, πέρασε από το Ιπποκράτειο, να πάρει την ευχή του π. Ευσεβίου.
- Φεύγω, πάτερ Ευσέβιε, για την … (και ανέφερε το όνομα της πόλεως).
- Για το Άγιο Όρος.
- Για την …, επανέλαβε εκείνος, νομίζοντας ότι ο γέροντας δεν είχε ακούσει καλά.
- Για το Άγιο Όρος, είπε πάλι ο γέροντας.
Δεν στάθηκε τότε στον λόγο του π. Ευσεβίου ο π. Γ. Πήγε, βέβαια, στον τόπο που είχε προγραμματίσει. Όταν όμως η Θεία Πρόνοια τον οδήγησε τελικά στο Άγιο Όρος, για να ανακαινίσει και να επανδρώσει μεγάλη κοινοβιακή μονή, τότε αξιολόγησε τη ρήση του προορατικού γέροντα…».
Αρκετοί Αγιορείτες, οι οποίοι στα φοιτητικά τους χρόνια είχαν πνευματικό τον π. Ευσέβιο, και άλλοι που μαθήτευσαν κοντά του μιλούν σήμερα με πολλή ευγνωμοσύνη και αγάπη για εκείνον. Ένας απ’ αυτούς, ο π. Ευθύμιος, ιερομόναχος στην Καλύβη της Αναστάσεως, γράφει: «Τον π. Ευσέβιο γνώρισα το έτος 1974, όταν πρωτοπήγα στην Αθήνα για εισαγωγικές εξετάσεις. Στη συνέχεια, ως φοιτητής, εκκλησιαζόμουν στον Άγιο Λουκά του Ιπποκράτειου και εξομολογούμην σε εκείνον, όσον καιρό ήμουν στην Αθήνα. Αποτελούσα μέλος μιας μικρής συνάξεως με ιεροσπουδαστές της Ροζαρίου και θεολόγους φοιτητές. Τακτικά μας συγκέντρωνε ο γέροντας και μας βοηθούσε πνευματικά με την πείρα του και τη διάκρισή του. Ήταν η λατρευτική ζωή του παρεκκλησίου όαση πνευματική και ο σεβαστός π. Ευσέβιος φύλακας άγγελος στα δύσκολα φοιτητικά χρόνια. Αισθανόμουν έναν αυθόρμητο σεβασμό και εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του. Η μειλίχια και ήρεμη μορφή του μετέδιδε παρηγοριά και αισιοδοξία. Η απλότητά του βοηθούσε να τον πλησιάσεις και να ανοίξεις την καρδιά σου. Η ιεροπρέπειά του ενέπνεε ευλάβεια. Η πνευματική του ζωή ήταν κρυφή, δεν μιλούσε για τους αγώνες του. Άνετα εν τούτοις διεφαίνετο ή ασκητικότητά του, η αυταπάρνησή του και η αφοσίωσή του στο καθήκον του.

Τον γνωρίσαμε ως ευλαβέστατο Λειτουργό και άριστο Πνευματικό. Τον βλέπαμε, παρ’ όλη την ηλικία του, να αναλώνει τον χρόνο του, τις δυνάμεις του, τον εαυτό του ολόκληρο στη διακονία των αγαπημένων του ασθενών. Έπαιρνε τη λύπη τους και τους μετέδιδε ελπίδα. Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως. Οι προσευχές του βοηθούσαν πολλούς με τρόπο θαυματουργικό να βρουν την υγεία της ψυχής με την εξομολόγηση και κατόπιν του σώματος. Νύκτωνε στο εξομολογητήριό του και όρθριζε στη δοξολογία του Θεού. Οργάνωνε κατηχητικά, φιλανθρωπίες, έκανε ιδρύματα και πάρα πολλές κρυφές ελεημοσύνες. Μια φορά, παραμονή εορτών, είχε ετοιμάσει φακέλους με χρήματα για πρόσωπα που είχαν ανάγκη. Κάποιος άνοιξε το ντουλαπάκι του Ιερού και πήρε τα χρήματα. Ο Γέροντας ήρεμα το αντιμετώπισε και, όταν του προτείναμε να το αναφέρει στην Αστυνομία, δεν συμφώνησε. Μόνο ηύχετο για να μετανοήσει ο κλέπτης… Πολύ ωφελήθηκα κοντά του και πολλά με δίδαξε. Αλλά κυρίως δύο χαρακτηριστικά του μ’ εντυπωσίαζαν περισσότερο. Το πρώτο ήταν η προσπάθειά του να ζει και να εργάζεται αφανώς, διότι ήταν πολύ ταπεινός… Όπως η ζωή του ήταν μυστική, έτσι και το έργο του δεν ήθελε να φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων. Αυτό είναι τεκμήριο γνησιότητος. Ό,τι έκανε το έκανε για τον Θεό και την εικόνα Του, τον άνθρωπο.
Ομολογούσε και πίστευε ότι όλα οφείλονται στη χάρη του Θεού. Ο ίδιος δεν είχε λογισμούς ότι κάνει κάτι αξιόλογο. Δεν είχε επιδιώξεις για προαγωγές και αξιώματα, ούτε για επισκοπικούς θρόνους. Αυτά δεν τον συγκινούσαν, αν και του άξιζαν. Προτιμούσε να εργάζεται στο έργο του Θεού, θαμμένος στο μικρότατο γραφειάκι του, κάτω από το Ιερό της εκκλησίας, και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Αλλά ο πνευματικός του πλούτος και η Χάρη του ήταν αδύνατον να κρυφθούν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι έτρεχαν κοντά του. Εύρισκαν έναν στοργικό πατέρα και έναν πνευματικό οδηγό.
Το δεύτερο που με εντυπωσίαζε στον γέροντα ήταν η ειλικρινής Αγάπη του για τον μοναχισμό. Έζησε ο ίδιος ως μοναχός στη Λαύρα των Καλαβρύτων με υπακοή, ξενιτειά και προσευχή σε χρόνια πολύ δύσκολα. Στο Ιπποκράτειο διέμεινε σ’ ένα πολύ μικρό κελάκι, στον τελευταίο όροφο, δίπλα στους ασθενείς. Εκεί “ως στρουθίον μονάζον επί δώματος” (Ψαλμ. ρα’, 8) ζούσε ασκητικά, απλά και πτωχικά. Ανεδείχθη κτίτωρ δύο γυναικείων μονών και εβοήθησε πολλούς νέους ν’ ακολουθήσουν την Αγγελική ζωή των μοναχών, όπως και την αναξιότητά μου. Κάθε χρόνο επεσκέπτετο το Άγιο Όρος. Ουδέποτε διέκοψε τις σχέσεις του με το μοναστήρι της μετάνοιάς του και τον ηγούμενο παραδελφό του, π. Άνθιμο.
Ενίοτε μ’ έπαιρνε μαζί του στη Λαύρα των Καλαβρύτων για την αγρυπνία του Αγίου Αλεξίου, καθώς και στο Μοναστήρι του των Εισοδίων στον Ωρωπό. Ήρθε και με επισκέφθηκε στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων Αεροπορίας στην Τρίπολη και εκεί, καθήμενοι μόνοι μας στην αίθουσα του επισκεπτηρίου, με εξομολόγησε και δρόσισε την ψυχή μου…
Όταν εξέφρασα την επιθυμία μου να γίνω μοναχός στο “Περιβόλι της Παναγίας”, το σεβάστηκε και το χάρηκε… Αφήνοντας τον κόσμο, πέρασα να τον χαιρετήσω. Με συμβούλευσε καταλλήλως. Με χαιρέτησε δίνοντάς μου την ευχή του. Ήταν η τελευταία μας συνάντηση. Έκτοτε δεν τον ξαναείδα. Οι ευχές του με βοήθησαν να γίνω μοναχός. Αιωνία του η μνήμη. Ο Θεός να τον συναριθμήσει στη χορεία των Αγίων Του.
Αμήν.
Με άπειρη ευγνωμοσύνη, Ιερομόναχος Ευθύμιος Αγιορείτης».

Ο Δρόμος προς το Φως Oι άγιοι διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας και οι αντίστοιχοι των θρησκειών Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης



Γέρων Ιάκωβος (+21-11-1991).               
Σε κάποιο χωριό της Μεσσαράς ζει μια γιαγιά, που όσοι τη γνωρίζουν καλά, ξέρουν πως ο Θεός την έχει προικίσει με εξαιρετικά χαρίσματα. Κάποτε, για παράδειγμα, σε κάποιον άρρωστο στην Αθήνα, που δεν τη γνώριζε καθόλου, εμφανίστηκε ο αρχάγγελος Μιχαήλ και τού είπε: «Ήρθα να σε θεραπεύσω, γιατί με στέλνει με την προσευχή της η Γ.».
Η γιαγιά Γ. μού είπε: «Εγώ δεν είμαι αγία, μόνο μια γριά που παρακαλώ το Θεό για τη σωτηρία μου. Άγιος είναι ο τάδε ασκητής, που μένει εκεί, ο δείνα που μένει εκεί» κ.τ.λ., και μου κατονόμασε 4-5 σημερινούς ασκητές, άγνωστους ως επί το πλείστον, που ζουν σε διάφορα σημεία της Κρήτης.
Ιδιότητες σαν αυτές της γιαγιάς Γ., από μόνες τους, δε σημαίνουν τίποτα. Κάλλιστα μπορεί να τις αντιγράψει ένας απατεώνας – αν και άνθρωποι σαν τη γιαγιά δεν είναι απατεώνες· ποτέ δεν κέρδισε τίποτε απ’ αυτά, παρά μόνο ανησυχία μήπως χάσει τη μυστική σχέση με το Χριστό μέσα στην καρδιά της – ενώ παρόμοιες ικανότητες εμφανίζουν και δάσκαλοι άλλων θρησκειών, βουδιστές, ινδουιστές, ακόμη και μάγοι ιθαγενών φυλών ή σαμάνοι. Ωστόσο, πρέπει να πούμε πως άνθρωποι που έχουν φτάσει στο επίπεδο της γιαγιάς στη δική μας πνευματική παράδοση υπάρχουν αρκετοί. Είναι γνωστά π.χ. τα ασύλληπτα θαυματουργικά χαρίσματα σύγχρονων ορθόδοξων αγίων, όπως οι Γέροντες (=πνευματικοί διδάσκαλοι) Πορφύριος, Παΐσιος, Ιάκωβος κ.ά., οι οποίοι δεν είχαν μόνο διορατικό και θεραπευτικό χάρισμα, αλλά τους συνέβαιναν επίσης κάμψεις χώρου και χρόνου, πολλαπλασιασμός της ύλης, τηλεμεταφορά, επικοινωνία με τα ζώα κ.π.ά. Και το πιο παράξενο, ίσως, είναι ότι παρόμοια φαινόμενα και εμφανίσεις τους συνεχίζονται και μετά το θάνατό τους, ή, για να μιλήσω ορθόδοξα, την κοίμησή τους.
Και στην Κρήτη υπήρχαν και υπάρχουν αντίστοιχοι, όπως ο Γέροντας Ευμένιος από τη μονή Ρουστίκων Ρεθύμνης κ.ά.
 
Η αγία Ματρώνα της Μόσχας
 
Οι θαυματουργοί αυτοί άγιοι είναι απόγονοι μιας προηγούμενης γενιάς θαυματουργών, στην οποία ανήκαν άνθρωποι όπως ο άγιος Γεώργιος Καρσλίδης († 1948), η αγία Ματρώνα της Μόσχας η αόμματη († 1952), ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς († Σηάτλ ΗΠΑ, 1966) κ.π.ά. σε όλο τον κόσμο, κι αυτοί με τη σειρά τους ήταν απόγονοι μιας άλλης γενιάς, που περιελάμβανε τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης († 1908), τον άγιο Νεκτάριο της Όπτινα (Ρωσία † 1937), την αγία Ματρώνα του Ανεμνιάσεβο († 1932), τον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη († 1924) κ.π.ά. Προχωρώντας έτσι ιστορικά προς τα πίσω, βλέπουμε αγίους θαυματουργούς εν ζωή σε κάθε χριστιανική γενιά, μέχρι τους μαθητές του Χριστού, που μερικά από τα θαύματά τους περιγράφονται ήδη στην Καινή Διαθήκη (στις «Πράξεις των Αποστόλων»).
***
Οι άγιοι αυτοί και χαρισματούχοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού έχουν πολλές διαφορές από τους αντίστοιχους λάμα, σουάμι, σαμάνους κ.τ.λ., αλλά θα ήθελα να αναφέρω τρεις, που ίσως φανερώνουν εκείνα τα στοιχεία που με ενδιαφέρει να επισημάνω και να σάς προσφέρω.
Πρώτον, στη ζωή αυτών των χριστιανών δεν υπάρχει «μέθοδος», με την οποία ο άνθρωπος να εξασκείται στην απόκτηση τέτοιων ιδιοτήτων, ούτε και αυτοί οι άνθρωποι μυήθηκαν σε κάποιου είδους μυστική διδασκαλία. Το μόνο που έκαναν ήταν και είναι ν’ ανοίξουν την καρδιά τους ολότελα προς το Χριστό, ως Θεό, και το συνάνθρωπο.
Ο τρόπος ζωής τους δεν περιέχει την εξάσκηση κάποιας μεθόδου (όπως π.χ. η γιόγκα, ο διαλογισμός ή μια πολεμική τέχνη), αλλά θα λέγαμε ότι πρόκειται για έναν δρόμο, που περιέχει την κατάβαση σε δυο νοερούς χώρους, που ο σύγχρονος άγιος Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ χαρακτηρίζει «άδη»: στον «άδη της μετάνοιας» και στον «άδη της αγάπης». Ο πρώτος «άδης» είναι η πλήρης απόρριψη του παλαιού εαυτού μου, τών πράξεων και τών επιθυμιών του (που χαρακτηρίζονται από εμπάθεια), και ο δεύτερος «άδης» περιέχει την αγάπη χωρίς όρους και μέχρι αυτοθυσίας για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, ακόμη και τον εχθρό τους, που τον έχουν συγχωρήσει πλήρως. Η αγάπη αυτή κορυφώνεται σε (ή ξεκινά από) αγάπη στο Χριστό, με τον Οποίο διατηρείται κανονική επικοινωνία μέσω τής προσευχής, αλλά και τής συμμετοχής στη θεία λειτουργία και στο μυστήριο της θείας Μετάληψης, και η οποία επικοινωνία μπορεί να φτάσει και μέχρι τη θέα του θείου Φωτός, κατά τη διάρκεια όχι μόνο της προσευχής αλλά και τής κοινής καθημερινότητας – θέα που ενίοτε μπορεί να διαρκεί μέρες και ο άνθρωπος να κάνει τις καθημερινές του δραστηριότητες ευρισκόμενος συγχρόνως εντός του θείου Φωτός, το οποίο τού αποκαλύπτεται ως προσωπική οντότητα, ως ο Χριστός.
Επειδή δεν υπάρχει μέθοδος, με την οποία να επιδιώκεται κάποιο αποτέλεσμα, μέγιστες πνευματικές εμπειρίες μπορεί να βιώσουν όχι μόνο μοναχοί ή ιερείς, αλλά και κοινοί άνθρωποι, οικογενειάρχες, ή ακόμη και παιδιά, που πιθανόν δεν ξέρουν καν τι ήταν αυτό που βίωσαν. Χριστιανικές πνευματικές εμπειρίες – π.χ. θαύματα ή εμφανίσεις του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιων αγίων – βιώνουν ακόμη και μη χριστιανοί, οι οποίοι ενίοτε παραμένουν πιστοί των θρησκειών τους, αλλά κάποιοι βρίσκουν το θάρρος να μεταστραφούν στην Ορθοδοξία, θέτοντας τον εαυτό τους στην αφετηρία της όλης πορείας. Όλοι πάντως έχουν κάτι κοινό: τον άδη της μετάνοιας, που γεννά την ταπεινή καρδιά, και τον άδη της αγάπης, που προϋποθέτει αυτή την ταπεινή καρδιά.
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό των ορθόδοξων θαυματουργών αγίων είναι ότι δεν επιθυμούν καθόλου την απόχτηση εξαιρετικών χαρισμάτων, ούτε και τη βίωση ιδιαίτερων πνευματικών εμπειριών. Δεν επιθυμούν ούτε την αύξηση της γνώσης τους, την απόχτηση «σοφίας» ή «ανώτερης συνειδητότητας» ή την «ένωση με το σύμπαν», την «εναρμόνισή τους» με αυτό ή κάτι παρόμοιο. Επιθυμούν μόνο το Χριστό.
Η επιθυμία τους τούς κατευθύνει έξω από τον εαυτό τους, προς ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο αγαπούν και προς το οποίο τείνουν να ενωθούν, ακολουθώντας το δρόμο Του, το δρόμο της ταπεινής και ανιδιοτελούς αγάπης προς το Θεό (τον Άγιο Τριαδικό Θεό και όχι μια υποκειμενική ιδέα «περί Θεού» ή μια φαντασίωση ότι «θεός» είναι ένα σύμβολο τής ομορφιάς ή τής αγάπης ή μια σπίθα που υπάρχει μέσα μας ή σε όλα τα όντα κ.τ.λ.) και τον πλησίον. Γι’ αυτό και δεν βυθίζονται στον εαυτό τους, όπως οι γιόγκι, αλλά απευθύνονται προς το Χριστό, ως Θεό, και ζητούν το έλεός Του και την πολύτιμη βοήθειά Του για την κάθαρση της καρδιάς τους από τα πάθη και τη μεταλλαγή τους σε αυτό το ον που Εκείνος θέλει γι’ αυτούς.
Επίσης, δεν προσπαθούν να χαράξουν «ένα δικό τους δρόμο προς την τελειότητα», αλλά εντάσσονται στο δρόμο που δίδαξε ο Χριστός και στο σώμα που ίδρυσε Εκείνος, την Εκκλησία. Οι χριστιανοί δεν κάνουν ποτέ ατομικό αγώνα για την τελειότητα, αλλά εντάσσονται, και εντάσσουν τον πνευματικό και ηθικό αγώνα τους, στην Εκκλησία: συγκεντρώνονται με τους αδελφούς τους και κοινωνούν από το ίδιο άγιο ποτήριο, σώμα και αίμα Χριστού. Μέλος αυτής της κοινότητας είναι και ο Χριστός, συγκεκριμένα η κεφαλή της, και μέσα στην κοινότητα αυτή θα Τον συναντήσω. Ακόμη και ένας ερημίτης είναι πάντα μέλος της κοινότητας, ενώνεται μ’ αυτήν διά της προσευχής προς το Χριστό (προσευχής υπέρ όλων των ανθρώπων και μάλιστα όλων των όντων) και συμμετέχει στη θεία Μετάληψη όποτε καθίσταται εφικτό.
Επειδή ο Χριστός είναι Αυτός που αγαπώ, επειδή με Αυτόν θέλω να ενωθώ και ξέρω ότι η ένωση αυτή είναι εφικτή (το ξέρουν όλοι οι άγιοι της Ορθοδοξίας, που τη ζουν ήδη από αυτή τη ζωή – και είναι αυτή η ένωση που τους κάνει θαυματουργούς, με χαρίσματα που παρέχει ο Τριαδικός Θεός όταν και στη μορφή που Εκείνος θέλει και τα αποσύρει όταν πρέπει, χωρίς ο άνθρωπος να μπορεί να «τα φέρει πίσω» με δικές του μεθόδους, πράγμα που θα ήταν εγωιστικό), δε με ενδιαφέρει η πιθανή ύπαρξη «άλλων δρόμων» απόχτησης σοφίας, γνώσης ή υπερφυσικών δυνάμεων. Τις δυνάμεις αυτές (ακόμη κι αν κάποιοι με διδάξουν πώς να τις αφυπνίζω ή πώς να τις χειρίζομαι) δεν τις θέλω. Θέλω μόνο το Χριστό.
Μέσα μου, κρυφά, επιθυμώ τις δυνάμεις, γι’ αυτό και δεν είμαι σε θέση να δω το Χριστό – και, αν δω κάτι, μάλλον δεν θα είναι Εκείνος αλλά κάποιος «άλλος» που θα θέλει να με παγιδεύσει. Οι άγιοι, που φτάνουν στην τελειότητα, πράγματι έχουν βγάλει από μέσα τους τον εγωισμό και δεν επιθυμούν τις δυνάμεις, αλλά μόνο το Χριστό. Ένα προσφιλές παράδειγμα στην Ορθοδοξία, που φανερώνει τον τρόπο που πλησιάζουν το Χριστό, είναι ο άσωτος υιός· αυτός, εξουθενωμένος, έπεσε στα πόδια του πατέρα του, εκλιπαρώντας να τον βάλει με τους υπηρέτες. Έτσι νιώθει και ο ταπεινός χριστιανός, έχοντας επίγνωση της αβύσσου που τον χωρίζει από την απόλυτη καθαρότητα του Χριστού. Ξέρει ότι δεν είναι αναμάρτητος. Αλλά ο Πατέρας του ασώτου (που συμβολίζει το Χριστό) αποκατέστησε τον άσωτο σε θέση υιού και τον τίμησε με δαχτυλίδι και λαμπρά ενδύματα, χωρίς να λάβει υπόψιν όχι μόνο την παράκληση να τον κάνει υπηρέτη, αλλά ούτε και την άσωτη ζωή του, με την οποία κατασπατάλησε τον πλούτο, που είχε απαιτήσει και πάρει από τον Πατέρα χωρίς να δουλέψει.
(Ας αναφέρουμε εδώ ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είμαστε πολύ αμαρτωλοί· οι προθέσεις μας στο βάθος δεν είναι καθόλου αγνές και, αν μπορούσαμε, ο εγωισμός θα μας οδηγούσε σε πολύ σκοτεινούς δρόμους, άσχετα αν θα κάναμε κακό στους ανθρώπους ή θα τους «ωφελούσαμε». Ωστόσο, δεν το παραδεχόμαστε, συχνά ούτε στον εαυτό μας, εμφανίζοντας τον εαυτό μας ως «άξιο» να δεχτεί χαρίσματα από το Χριστό, ενώ μπορεί ακόμη και να μην παραδεχόμαστε καν ότι ο Χριστός είναι Θεός ή ότι έχει επικοινωνία με τους ανθρώπους και να ισχυριζόμαστε ότι υπάρχει μόνο μια απρόσωπη «θεία ουσία» ή μια «συμπαντική ψυχή», γυρίζοντας την πλάτη μας στον Αληθινό Θεό, παρόλο που έχει εμφανιστεί σε αμέτρητους αγίους.
Δυο παραδείγματα διαφορετικής προσέγγισης του Θεού είναι οι άγιοι Γέροντες Πορφύριος και Σωφρόνιος. Ο πρώτος ταξίδεψε στο Άγιο Όρος από την πρώιμη εφηβική του ηλικία και δεν απομακρύνθηκε ποτέ απ’ το Χριστό· έτσι, όπως φαίνεται, δε χρειάστηκε να βιώσει σε μεγάλο βαθμό την οδύνη της μετάνοιας. Αντίθετα, ο δεύτερος αρνήθηκε το Χριστό, έγινε άθεος, καλλιέργησε τον υπερβατικό διαλογισμό, έκανε σχεδόν νοσηρές σκέψεις ότι ο ίδιος είναι θεός – σκέψεις επηρεασμένες από την ανατολική φιλοσοφία – κι έτσι, όταν έζησε την εμπειρία της εμφάνισης του θείου Φωτός, η απόλυτη ταπεινή αγάπη τού Θεού τον έκανε να νιώσει ανάξιος προδότης, που ποτέ δεν φανταζόταν πως ο Θεός είναι τόσο ταπεινός και καταδεχτικός. Ο Γέροντας Σωφρόνιος έζησε τον «άδη της μετάνοιας» με έντονη οδύνη, που όμως «αναγεννά, δεν απελπίζει, ούτε εξοντώνει τον άνθρωπο».
Οι περισσότεροι άνθρωποι μοιάζουμε πιο πολύ με το Γέροντα Σωφρόνιο, τηρουμένων των αναλογιών, παρά με το Γέροντα Πορφύριο – παρεμπιπτόντως, γι’ αυτό έχει ανυπολόγιστη αξία να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας χριστιανικά, ώστε να βρουν το Χριστό με τον εύκολο τρόπο, όχι με το δύσκολο, ούτε να τελειώσουν τη ζωή τους χωρίς να Τον βρουν καν).
Το τρίτο χαρακτηριστικό των αγίων, που θα ήθελα να επισημάνω, είναι η γνώση, μέσω της εμπειρίας, όλων των πνευματικών καταστάσεων, που τους επιτρέπει να διακρίνουν τις θετικές από τις αρνητικές, ακόμη κι όταν εξωτερικά έχουν ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά.
Η πνευματική αυτή επιστήμη ονομάζεται διάκριση των πνευμάτων και επιτρέπει στους αγίους να ξεχωρίζουν μια αληθινή εμπειρία ή ένα χάρισμα που προέρχεται από το Θεό από ένα «ακριβές αντίγραφο» που προέρχεται από το διάβολο και δίνεται στους ανθρώπους ως δόλωμα, για να κολακεύσει τον εγωισμό τους και να τους απομακρύνει ακόμη περισσότερο από το σκοπό τους, που είναι η ένωση με το Θεό εν Χριστώ.
Η διάκριση των πνευμάτων είναι ιδιαίτερα εμφανής σε αγίους που βίωσαν και εμπειρίες εξωχριστιανικού τύπου, έχοντας μυηθεί σε άλλες πνευματικές παραδόσεις, πριν ανακαλύψουν την Ορθοδοξία. Ένας τέτοιος είναι ο Γέροντας Σωφρόνιος, όπως είπαμε, αλλά παρόμοιες περιπτώσεις είναι καταγεγραμμένες σε όλη την ιστορία της Ορθοδοξίας, ακόμη και σε ασκητές που ποτέ δεν έπαψαν να είναι πιστοί στο Χριστό, αλλά συνελήφθησαν σε στιγμή εγωιστικής αδυναμίας και απόχτησαν «χαρίσματα» που τους οδήγησαν σε πολλά βάσανα.
Η διάκριση των πνευμάτων είναι η συμβολή των χριστιανών, που θα ήταν απαραίτητη για μια πραγματική αξιολόγηση των πνευματικών εμπειριών, αλλά και των «δυνάμεων», των «χαρισμάτων», των «επαφών με άλλες οντότητες», των «αποκαλύψεων», της «σοφίας» και όλων των άλλων στοιχείων που οι διάφορες πνευματικές παραδόσεις φυλάσσουν και μεταδίδουν ως ανεκτίμητους θησαυρούς. Οι ορθόδοξοι άγιοι (ας μου επιτραπεί να πω ότι αυτό το στοιχείο λείπει ακόμη και από τις μη ορθόδοξες εκδοχές του χριστιανισμού, γι’ αυτό στις διάφορες αιρέσεις, όπως στον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό, βλέπουμε «πνευματικές εμπειρίες» και «χαρισματικές καταστάσεις», που με ορθόδοξα κριτήρια είναι ύποπτες, έως και καθαρά δαιμονικές), οι ορθόδοξοι άγιοι, επαναλαμβάνω, έχουν ζήσει οι ίδιοι καταστάσεις παρόμοιες με αυτές που βιώνουν οι διδάσκαλοι και οι σοφοί των διαφόρων θρησκειών. Αντίθετα, οι διδάσκαλοι των θρησκειών, όσο κι αν έχουν «διευρύνει τη συνειδητότητά τους» ή έχουν έρθει σε επαφή με «οντότητες» κ.τ.λ., δεν έχουν ζήσει την εμπειρία της ένωσης με το Χριστό. Γι’ αυτό ένας ορθόδοξος άγιος, που αντιλαμβάνεται αμέσως την ύπαρξη ή την απουσία της θείας χάριτος, έχει περισσότερα εφόδια, για να αξιολογήσει μια πνευματική κατάσταση – και, ειλικρινά, η αξιολόγηση αυτή δεν είναι ευνοϊκή για την ποιότητα τών «δυνάμεων», τών «χαρισμάτων», τών «επαφών», τών «αποκαλύψεων» κ.τ.λ., ακόμη και μέσα στο χριστιανισμό, και μέσα στον Ορθοδοξία, και πολύ περισσότερο στις διάφορες θρησκείες, όπου οι άνθρωποι λατρεύουν πνεύματα ακαθόριστης ταυτότητας (ακόμη και μοχθηρά ή απειλητικά, ή θεότητες που συγχέουν «καλό και κακό» ως δήθεν όψεις του ίδιου πράγματος ή αλληλοσυμπληρούμενα) και ανοίγονται προς αυτά, προσπαθούν να ενωθούν με αυτά ή να καταληφθούν απ’ αυτά (ενώ ο Θεός, οι άγγελοι και οι ψυχές των κεκοιμημένων αγίων, δηλαδή τα αγαθά πνεύματα, ποτέ δεν καταλαμβάνουν τον άνθρωπο).
Οι θρησκείες της Άπω Ανατολής, όπως ο ινδουισμός ή ο βουδισμός, θεωρούν τελειότητα και λύτρωση την εξαφάνιση της ανθρώπινης προσωπικότητας και την εκμηδένισή της ή την αφομοίωσή της στην «παγκόσμια ψυχή», επειδή τον παρόντα κόσμο τον θεωρούν αυταπάτη. Αντίθετα, ο χριστιανισμός γνωρίζει, από την προσωπική πείρα των αγίων, ότι η προσωπικότητα του ανθρώπου δε χάνεται ποτέ, παραμένει ζωντανή μετά το θάνατο του σώματος και ακόμη και για το σώμα αναμένεται η ανάσταση, που έχει προαναγγείλει ο Χριστός σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης. Πού οδηγεί λοιπόν αυτή η «εκμηδένιση» που επιδιώκουν οι ανατολικές θρησκείες ή τι ακριβώς είναι τα πνεύματα και οι οντότητες, που έρχονται σε επαφή με τους ανθρώπους, είτε ως «θεοί», είτε ως «πρόγονοι», είτε ως όντα από «άλλους κόσμους» (π.χ. ξωτικά και νεράιδες), είτε ακόμη (στη σύγχρονη δύση, που βρίσκεται σε πνευματική σύγχυση) και ως «σοφοί εξωγήινοι» με θείες ιδιότητες;
Τα παραπάνω είναι μόνο ένα μικρό κεφάλαιο στο μεγάλο θέμα της διαφοράς μεταξύ των θρησκειών. Οι θρησκείες δεν είναι δρόμοι που «οδηγούν στο ίδιο τέρμα», δεν λένε «τα ίδια πράγματα με άλλα λόγια», ούτε όλες μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στην Αλήθεια και στην τελειότητα. Αυτό οι χριστιανοί το ξέρουμε πολύ καλά, γιατί η πείρα μάς έχει βεβαιώσει ότι η Αλήθεια είναι ο Χριστός και η τελειότητα είναι η ένωση με Αυτόν, που σημαίνει συμμετοχή τού ατελούς ανθρώπου στην τελειότητα και καθαρότητα του Θεού εν Χριστώ. Χωρίς Χριστό, δεν υπάρχει τελειότητα, ούτε Αλήθεια, παρά μόνο μοναξιά (όπως στο βουδισμό) ή δρόμοι που οδηγούν στο άγνωστο.
Ένα «άγνωστο»… πολύ γνωστό από την πείρα και τη σοφία των αληθινών ειρηνικών πολεμιστών και διδασκάλων της ανθρωπότητας, που έφτασαν στο ανώτερο σημείο πνευματικής προόδου που είναι εφικτό για ανθρώπινα πρόσωπα, των αγίων.
Όλα αυτά, αδελφέ μου, δε χρειάζεται να τα δεχτείς ως δόγματα. Ερεύνησέ τα σε βάθος και θα διαπιστώσεις μόνος σου ποια είναι η αλήθεια – πρόσεξε μόνο, μήπως πεις στον εαυτό σου πως είναι «αλήθεια» αυτό που κολακεύει τον εγωισμό σου (λέγοντάς σου πως θα βρεις «μέσα σου» το Θεό ή πως εσύ και ο Θεός «είσαστε ένα» ή πως με σκληρή εξάσκηση πρόκειται να γίνεις ενάρετος, φωτεινός, πάνσοφος και παντοδύναμος), επειδή θα σού φανεί δυσάρεστο αυτό που σε καλεί σε ό,τι μισεί περισσότερο ο πεσμένος άνθρωπος, δηλαδή σε μετάνοια και ταπείνωση.

Τι υποκρύπτει η φιλοσοφία του νόμου περί "ταυτότητας φύλου" Ναυπάκτου Ιερόθεος: Το πρόσωπο και η «διόρθωση του φύλου»



Του Σεβ. Μητροπολίτηυ Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου

Τό νομοσχέδιο μέ τίτλο «Νομική Ἀναγνώριση τῆς Ταυτότητας τοῦ Φύλου» πού συζητήθηκε ἔντονα τόν τελευταῖο καιρό καί ψηφίσθηκε ἀπό τήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων, καί μετά τήν ὑπογραφή ἀπό τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας καί τήν δημοσίευσή του στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως θά εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, ἔχει πολλά σημεῖα τά ὁποῖα δέχονται κριτική ἀπό θεολογικῆς, ἀνθρωπολογικῆς καί ψυχολογικῆς πλευρᾶς.
Παρά τό ὅτι ἔχει γίνει κριτική ἀπό πολλούς στό νομοσχέδιο αὐτό, ἐν τούτοις δέν ἔχει ἐντοπισθῆ ἕνα ἐνδιαφέρον σημεῖο, γιά τό ὁποῖο θά ὑπογραμμισθοῦν ἐδῶ τά δέοντα μέ σύντομο τρόπο, ἐννοῶ τήν «φιλοσοφία» τοῦ νομοσχεδίου.
Σέ κάθε νομοσχέδιο πού εἰσάγεται πρός ψήφιση στήν Βουλή γιά νά γίνη νόμος τοῦ Κράτους, στά πρῶτα ἄρθρα δίνονται οἱ ἀπαραίτητοι ὁρισμοί, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα ἄρθρα πού ἀκολουθοῦν, ἑρμηνεύονται ἀπό τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» πού τό συνοδεύη.
Νομίζω, λίγοι διάβασαν προσεκτικά ὅλο τό νομοσχέδιο μέ τίς ὑπογραφές τῶν Ὑπουργῶν καί ἴσως ἐλάχιστοι διάβασαν τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση».
Ἔτσι, πολλοί ὁμίλησαν χωρίς οὐσιαστική γνώση τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως ἀρκέσθηκαν σέ ἀναλύσεις ἄλλων, γι’ αὐτό καί ἀστόχησαν στούς λόγους τους. Γιά παράδειγμα στό νομοσχέδιο δέν γινόταν λόγος γιά «ἀλλαγή φύλου», ἀλλά γιά «διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου».
Ἐκεῖνο ὅμως πού μέ ἐνδιαφέρει στό κείμενό μου αὐτό εἶναι οἱ ὁρισμοί πού δίνονται στό νομοσχέδιο γιά τήν «ταυτότητα τοῦ φύλου» καί τήν «διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου» καί τήν ὅλη «φιλοσοφία» του. Αὐτό εἶναι γιά μένα γεγονός ἰδιαίτερης σημασίας.
Κατ’ ἀρχάς, στό νομοσχέδιο αὐτό συνεχῶς γίνεται λόγος γιά τό «πρόσωπο» καί τά «δικαιώματα τοῦ προσώπου».
Παρατήρησα τίς λέξεις καί τίς φράσεις: «πρόσωπο»∙ «τό πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στό σεβασμό τῆς προσωπικότητάς του μέ βάση τά χαρακτηριστικά φύλου του», τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά διορθωθῆ∙ «ἡ ταυτότητα φύλου» μέ τά χαρακτηριστικά πού «ἀντιστοιχοῦν στήν βούληση τοῦ προσώπου»∙ «τό πρόσωπο μπορεῖ νά ζητήσει τή διόρθωση τοῦ καταχωρισμένου φύλου του, ὥστε αὐτό νά ἀντιστοιχεῖ στή βούληση»∙ τά «δικαιώματα, ὑποχρεώσεις καί κάθε εἴδους εὐθύνη τοῦ προσώπου».
Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλο τό νομοσχέδιο στηρίζεται στό πρόσωπο, τήν βούληση τοῦ προσώπου καί τά δικαιώματα τοῦ προσώπου.
Ἐπίσης, στήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» γίνεται λόγος γιά τά «διεμφυλικά πρόσωπα (τρανσέξουαλ, τράνς)»∙ γιά «μιά μεγάλη ὑστέρηση στήν ἀπόλαυση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῶν διεμφυλικῶν προσώπων»∙ γιά «τόν ἰδιαίτερα προσβλητικό ἀκρωτηριασμό τοῦ προσώπου», ὅταν «παρακολουθῆται ἀπό ψυχίατρο» καί ὅταν «ἔχει ὑποβληθεῖ σέ χειρουργική ἐπέμβαση μέ πλήρη ὁριστική ἐπικράτηση τοῦ ἀντιθέτου ἀπό τό βιολογικό του φύλο»∙ γιά τό «ὅτι τό πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στόν σεβασμό τῆς προσωπικότητάς του μέ βάση τά χαρακτηριστικά τοῦ φύλου του», τό ὁποῖο φύλο πρέπει νά «διορθωθῆ»∙ «ὁ ἐσωτερικός καί προσωπικός τρόπος μέ τόν ὁποῖο τό ἴδιο τό πρόσωπο βιώνει τό φύλο του»∙ «τά βιολογικά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου»∙ «γιά μεσοφυλικό ἄτομο»∙ γιά «τό πρόσωπο» πού αἰσθάνεται τή «δυσφορία τοῦ γένους»∙ γιά «τή βούληση τοῦ προσώπου», «τά δικαιώματα τοῦ κάθε προσώπου» καί ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις.
Ἑπομένως, καί στήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» τονίζονται οἱ ὅροι πρόσωπο, βούληση τοῦ προσώπου, δικαιώματα τοῦ προσώπου.
Θά σχολιάσω τούς τρεῖς αὐτούς ὅρους.
Πρῶτον. Διαβάζοντας τό νομοσχέδιο καί τήν «Αἰτιολογική Ἔκθεση» παρατηρῶ ὅτι ἀποφεύγεται ἐπιμελῶς ἡ λέξη «ἄνθρωπος» καί δίνεται σημασία στήν λέξη «πρόσωπο» μέ τά χαρακτηριστικά βεβαίως τοῦ γένους ἤ τοῦ φύλου του, τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά «διορθωθῆ». Αὐτό δέν εἶναι οὔτε τυχαῖο οὔτε ἀθῶο.
Πρόκειται γιά μιά ἐπιμελῆ προσπάθεια παράκαμψης τῆς λέξης ἄνθρωπος, μέ ὅλη τήν βιβλική καί παραδοσιακή σημασία τοῦ ὅρου, καί τήν ἀντικατάστασή της μέ τήν λέξη πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀποδοθῆ καί μέ τήν λέξη «περσόνα», ὅπως λέγεται στόν προφορικό ἤ γράφεται στόν γραπτό λόγο, καί νά ἐξυπηρετοῦνται ἄλλοι σκοποί. Αὐτό δέν εἶναι ἄσχετο μέ τό ὅτι τά λεγόμενα «διεμφυλικά πρόσωπα» ἤ «ἄτομα» χρησιμοποίησαν κατά κόρον τήν λέξη πρόσωπο μέ τήν ὅλη φιλοσοφική του σημασία καί τήν ἰδιαιτερότητα.
Δεύτερον. Αὐτό συνδέεται μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς «βούλησης τοῦ προσώπου». Ὅσο ὁμιλοῦν γιά τήν βούληση καί τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, ὑποτιμοῦν τήν φύση, τήν ὁποία θεωροῦν ἀναγκαστική, ἀφοῦ δημιουργεῖ ἀνελευθερία, «δυσφορία», «βία». Μέ αὐτήν τήν ἔννοια θεωρεῖται, ὅπως ἔχει γραφῆ ἀπό ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς νοοτροπίας, ὅτι καί ὁ γάμος, ὅπως τόν γνωρίζουμε καί ὅπως λειτουργεῖ μέ τόν τρόπο ἐκφράσεως τῶν δύο φύλων –ἀρσενικοῦ καί θηλυκοῦ– καί τήν γέννηση τῶν παιδιῶν, θεωρεῖται ὡς μιά «ἀναγκαιότητα τοῦ ἐνστίκτου», πράγμα πού δεσμεύει ἤ καταργεῖ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Ὁπότε, ἡ «διόρθωση τοῦ φύλου» συνδέεται, κατ’ αὐτούς, μέ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου».
Στήν προοπτική αὐτή ὑπάγεται ἡ σχολαστική θεωρία περί τῆς «βουλήσεως τοῦ προσώπου», ὁ γερμανικός ἰδεαλισμός μέ τήν «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ἀλλά καί ἡ ὅλη φιλοσοφία τοῦ βολονταρισμοῦ (βουλησιοκρατίας) καί τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου.
Νά θυμίσω τίς φιλοσοφικές ἀπόψεις τοῦ Κάντ γιά τήν ἀπόλυτη ἀξία τοῦ προσώπου καί τήν αὐτονομία του, πού εἶναι ἡ βάση τῆς «ὑπερβατολογικῆς ἀρχῆς» του, ἡ ὁποία δέν ἀσχολεῖται μέ τά ἀντικείμενα, ἀλλά μέ τόν τρόπο γνώσης τῶν ἀντικειμένων ἀπό τόν καθένα, καθώς ἐπίσης καί γιά τήν «ὑπερβατολογική ἐλευθερία», ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα «ἀπό τόν μηχανισμό τῆς φύσης», ὅπως ἔχουν ἀναλύσει πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ π. Νικόλαος Λουδοβῖκος καί ὁ Γεώργιος Παναγόπουλος.
Τρίτον. Μέσα σέ αὐτήν τήν νοοτροπία ὑπάγεται καί ἡ συχνά τονιζόμενη σήμερα ἄποψη περί τῶν «δικαιωμάτων τοῦ προσώπου». Ἀφοῦ τό πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο, ἀπαλλαγμένο «ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης», ἀλλά καί τήν ἀναγκαιότητα τοῦ φύλου, σημαίνει ὅτι ἔχει τό δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς καί τοῦ φύλου του. Ἔτσι, γίνεται κατανοητό ὅτι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό δικαίωμα τοῦ προσώπου λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνέπειες καί τίς εὐθύνες τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἰδιαιτέρου φύλου μέ τήν σύλληψη καί τήν γέννηση τῶν παιδιῶν.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε ὅτι ἕνα ἀπό τά προβλήματα πού θά ἀπασχολήσουν τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί τήν Ἐκκλησία στήν ἐποχή μας καί τήν ἐποχή πού ἔρχεται εἶναι τό θέμα τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσώπου ἤ τοῦ ἀνθρώπου. Φυσικά, δέν ἐννοοῦμε τά δικαιώματα πού ἔχει ὁ καθένας στήν παιδεία, τήν ὑγεία, τήν κοινωνική ζωή κλπ., ἀλλά τόν τονισμό τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μέ τήν παράλληλη καταστρατήγηση «τῶν δικαιωμάτων τοῦ Θεοῦ» στήν ζωή μας, καί τήν βίωση τῆς ἀπόλυτης «ἐλευθερίας» ὡς πρός τίς εὐαγγελικές ἐντολές.
Συνεπῶς, ὁ ὑπερβολικός τονισμός τῆς ἔννοιας τοῦ προσώπου μέ τήν βούληση τοῦ προσώπου καί τά δικαιώματά του καί στό θέμα τῶν «διεμφυλικῶν προσώπων», στό ὁποῖο ἐκμηδενίζονται οἱ διαφορές τῶν φύλων, πού εἶναι ἡ βάση τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δέν εἶναι τόσο ἀθῶος ἀπό θεολογικῆς καί ἀνθρωπολογικῆς πλευρᾶς, ἀλλά κρύβει κάποιες σκοπιμότητες, πολιτικές καί θεολογικές.
Μοῦ ἔκανε δέ ἰδιαίτερη ἐντύπωση ὅτι κατά τήν συζήτηση πού ἔγινε τίς ἡμέρες αὐτές πού ψηφιζόταν τό νομοσχέδιο αὐτό στήν Βουλή, οἱ ἐκκλησιαστικοί παράγοντες πού ἀσχολήθηκαν μέ τήν κριτική τοῦ νομοσχεδίου δέν ὑποψιάσθηκαν καθόλου αὐτήν τήν βάση στήν ὁποία στηρίζεται τό νομοσχέδιο, μάλιστα δέ μερικοί πού ἄσκησαν κριτική στό νομοσχέδιο, τό ἔκαναν μέ βάση τήν «θεολογία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», χωρίς νά καταλάβουν ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐκφράζουν τήν ἴδια νοοτροπία καί ἐμπλέκονται στήν ἴδια φιλοσοφική καί θεολογική προοπτική.
Θέλω νά διευκρινίσω ὅτι γράφοντας τά ἀνωτέρω γιά τήν λεγόμενη «διόρθωση τοῦ φύλου», δέν ἐννοῶ τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού ὑπάρχουν προβλήματα ἀπό βιολογικῆς πλευρᾶς, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τίς ὁρμόνες, γιά τίς ὁποῖες ἤδη ὑπάρχει ἡ σχετική νομοθεσία, οὔτε ἐννοῶ τίς ψυχολογικές καί κοινωνικές καταστάσεις πού δημιουργοῦν τήν λεγόμενη «ταυτότητα τοῦ φύλου» καί τήν «διαταραχή τοῦ φύλου», πού περνοῦν πολλοί στήν μικρή τους ἡλικία καί ἀντιμετωπίζονται μέ μιά καλή ἀγωγή καί παιδεία. Κυρίως ἐννοῶ τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού τέτοιες συμπεριφορές ὀφείλονται σέ διάφορες φιλοσοφικές καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, οἱ ὁποῖες συνδέονται μέ τόν ὑπερβολικό τονισμό τῆς ἐλευθερίας καί τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσώπου.
Νομίζω ὅτι ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου θεολογίας πρέπει νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί ὡς πρός τήν καθιέρωση τέτοιων νέων ἐκφράσεων, ὅπως «ἐλευθερία καί δικαιώματα τοῦ προσώπου», «βούληση τοῦ προσώπου», «κοινωνία τῶν προσώπων», «ἐλευθερία ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τοῦ ἐνστίκτου» κλπ., οἱ ὁποῖες ἐφράσεις κρύβουν διάφορες ἐπικίνδυνες σκοπιμότητες, φιλοσοφικές, θεολογικές καί πολιτικές.
Εἶναι βασική θεολογική ἀρχή ὅτι ἡ ἐλευθερία βιώνεται μέσα ἀπό τήν ἔκφραση τῆς ἀγάπης ὡς κενωτικῆς προσφορᾶς, καί μέσα ἀπό τήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως ἐκφράζεται μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν μυστηριακή καί εὐαγγελική ζωή, πού εἶναι πρόγευση τῆς ἐσχατολογικῆς ζωῆς, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θά ζοῦν ὡς ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
Τέλος, ὀφείλω νά σημειώσω τήν σημαντική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν ὑπέρβαση τῶν πέντε «διαιρέσεων».
Συγκεκριμένα, ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει ὅτι ὁ Ἀδάμ ἀπέτυχε νά ὑπερβῆ τίς «πέντε διαιρέσεις» ἤ ἀντιθέσεις ἤτοι μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστῆς φύσεως, νοητῶν καί αἰσθητῶν, οὐρανοῦ καί γῆς, παραδείσου καί οἰκουμένης, ἄρρενος καί θήλεος.
Αὐτή ἡ ὑπέρβαση τῶν διαιρέσεων-ἀντιθέσεων ἔγινε μέ τόν Νέο καί Ἔσχατο Ἀδάμ, δηλαδή τόν Χριστό, μέ τήν ἐνανθρώπησή Του, καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πού συνδέεται μέ τόν Χριστό στήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα Του, μέ τήν εὐαγγελική καί μυστηριακή ζωή, ὑπερβαίνει αὐτές τίς διακρίσεις πού ὑπάρχουν στόν κόσμο καί ζῆ τήν πραγματική ἐλευθερία. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι καταστάσεις τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.