Ὅταν ἔχεις ἕνα ζῶο στὴν ὑπηρεσία σου καὶ στὴν ἐξουσία σου, τὸ νοιάζεσαι, τὸ ποτίζεις, τὸ ταΐζεις ὅσο χρειάζεται, γιὰ νὰ ζεῖ κι αὐτὸ ὅπως κι ἐσὺ καὶ νὰ μπορεῖ νὰ σὲ ὑπηρετεῖ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀγωγή σου πρὸς τὸ ζῷο, ποὺ τὸ ἀγαπᾷς βέβαια καὶ τὸ θέλεις εὐχαριστημένο. Καὶ ὅταν γιὰ πολὺ καιρὸ τὸ συνηθίζεις στὴν ὁρισμένη τροφή, στὴν ὁρισμένη ὥρα, συνηθίζει κι αὐτὸ σ’αὐτὴ τὴν τάξη καὶ δὲν ζητάει περισσότερα. Εἶναι δηλαδὴ κι αὐτὸ ἀναπαυμένο στὴν τροφή του, κι ἐσὺ ποὺ τὸ φροντίζεις εἶσαι ἀναπαυμένος στὴ συνείδησή σου.
Βάσει τῶν παραπάνω περιγράφω συμβολικὰ αὐτὸ ποὺ λέμε στὴ χριστιανικὴ ζωή, ἄσκηση. Ὅταν ὁ κύριος τοῦ ζώου ἐπιβάλλει καὶ στὸν ἑαυτό του τὴν ἴδια ἀγωγή, τότε ἔχουμε μπροστά μας ἕναν ἀσκητή. Σκοπὸς τῆς ἄσκησης εἶναι νὰ ἐπιβάλλουμε στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχολογία μας ἕνα κανόνα ζωῆς, ποὺ νὰ μᾶς ἀφήνει ἀπερίσπαστους νὰ ἐρευνοῦμε καὶ νὰ γευόμαστε τὴν καλλονὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς ἔπλασε “ κατ’εἰκόνα ” του καὶ μᾶς περιμένει νὰ τοῦ παρουσιαστοῦμε “καθ’ὁμοίωση”. Κατ’εἰκόνα σημαίνει τὴ σύσταση τῆς ὕπαρξής μας νὰ ἔχει τὶς προϋποθέσεις τῆς θέωσης, ὅπως ἡ ἐλευθερία, ὁ ἔρωτας πρὸς τὸν Πλάστη καὶ πρὸς τὸν κόσμο του, ἐνῷ “καθ’ ὁμοίωση” σημαίνει τὴν ἐνεργοποίηση τῆς δωρεᾶς αὐτῆς τῶν προϋποθέσεων, ὥστε νὰ προχωρήσουμε τοὐλάχιστον πρὸς τὴ θέωση. Λέω “τοὐλάχιστον” γιατὶ οἱ πολλοὶ μόλις ποὺ ξεκινοῦνε, ἐνῷ οἱ ἀσκητᾶδες καὶ οἱ μάρτυρες ἔχουν κάνει πολλὰ βήματα.
Αὐτὰ τὰ λίγα ἢ τὰ πολλὰ βήματα πρὸς τὴν ὁμοίωση εἶναι ἡ ὑποταγὴ τῆς θέλησής μας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν φτάσουμε νὰ θέλουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός, αὐτὸ εἶναι ἡ θέωσή μας. Ἡ θέλησή μας ἔχει μέσα της μιὰ αὐτοσυνείδηση τῆς δικῆς της ὕπαρξης καὶ μιὰ καλλιεργημένη μέσα στὸ χρόνο ἔπαρση· αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ὅτι εἶναι ἐλεύθερος ὅταν κάνει ὅ,τι θέλει. Τότε νιώθει ἕνα σκοτεινὸ μεγαλεῖο, σὰν νὰ εἶναι ἕνας θεὸς κι αὐτὸς μέσα στὸν κόσμο. Ἡ γλύκα αὐτοῦ τοῦ μεγαλείου φτάνει στὸ ἔπακρο μὲ τὴν αὐτοκτονία.






