Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Τας μυστικάς του Πνεύματος σάλπιγγας, τους Θεοφόρους Πατέρας ανευφημήσωμεν»

 


pateres oikoymeniki

Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου Θεολόγου - Καθηγητού | Romfea.gr


(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή των Αγίων Πατέρων)

Η εβδόμη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη στους αγίους και θεοφόρους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία, όπως είναι γνωστό, συγκλήθηκε το 325, στη Νίκαια της Βηθυνίας, για να αντιμετωπίσει μια από τις πλέον δαιμονικές, βλάσφημες και εκθεμελιωτικές αιρέσεις στην ιστορία της Εκκλησίας μας, τον Αρειανισμό.

Την ημέρα αυτή υμνείται ο Χριστός, ο Οποίος, «φωστήρας επί γης τους Πατέρας ημών θεμελιώσας και δι’ αυτών προς την αλήθινήν πίστιν πάντας ημάς οδηγήσας», καθώς και ο Θεός Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας, το Οποίο οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,13), εκφραζόμενο μέσω των αγίων Πατέρων.

Αυτοί είναι το στόμα Του και στην έκφρασή Του στην Εκκλησία. Έγιναν οι «σάλπιγγες του Πνεύματος», δια των οποίων το Άγιο Πνεύμα φθέγγεται «το μυστήριον της Θεολογίας», το μυστήριο της υποστάσεως του Θεανθρώπου και Σωτήρα μας Χριστού και του απολυτρωτικού Του έργου.

Δεν είναι τυχαίο ότι ορίστηκε να τιμάται η ιερή σύναξη των 318 θεοφόρων Πατέρων αυτή την χαρμόσυνη αναστάσιμη περίοδο.

Άλλωστε η πραγματική χαρά της Εκκλησίας μας, η αγαλλίαση του εκκλησιαστικού σώματος, είναι η πραγμάτωση της σωτηρίας και δεν πρόκειται για ένα συναισθηματικό σύμπτωμα, αλλά για οντολογική συμμετοχή στην εν Χριστώ ανακαίνιση και απολύτρωση.

Η σωτηρία επίσης δεν είναι επίσης ένα θεωρητικό σχήμα, ή μια ιδεολογική αποδοχή ορισμένων συλλογιστικών αρχών, αλλά συνειδητή βίωση της ενώσεως με το Χριστό, η οποία συνοδεύεται απαραίτητα με προσαρμογή της ζωής στις επιταγές Εκείνου και οι οποίες ορίζουν και βεβαιώνουν αυτή τη ενότητα.

Κι ακόμα: οι αλήθειες της πίστεώς μας είναι συνώνυμες με τη σωτηρία μας. Η σωτηρία μας συντελείται εν τη αληθεία.

Οι επιταγές του Χριστού, ως μέρους της θείας διδασκαλίας Του, είναι «ρήματα ζωής αιωνίου» (Ιωάν.6,68), λόγια αιώνιας ζωής. Είναι το «ευαγγέλιον της σωτηρίας», το οποίο είναι απαραίτητο για να συντελεστεί η ένωσή μας με το Σωτήρα Χριστό.

Εκείνος μας διαβεβαίωσε πως τα «τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί και ζωή εστίν» (Ιωάν.6,64), και όχι φιλοσοφικοί στοχασμοί ή ρητορικά σχήματα.

Η θεία διδασκαλία δεν έχει κάποια θεωρητική ή γνωσιολογική χρησιμότητα, αλλά οριοθετεί τη ζωή των πιστών, αντιδιαστέλλοντάς την από τη ζωή του πτωτικού κόσμου.

Άλλωστε ο προχριστιανικός κόσμος δεν έπασχε από έλλειψη θρησκευτικής ζωής και θεωριών. Ειδικά την εποχή που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, η θρησκευτικότητα βρισκόταν σε μια απίστευτη έκρηξη.

Πλήθος ετερόκλητων θρησκευτικών σχημάτων είχαν κατακλείσει την απέραντη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, τα οποία υπόσχονταν να ικανοποιήσουν κάθε ανθρώπινη έκφανση, από τις μεταφυσικές ανησυχίες, ως και τα πλέον ταπεινά πάθη και ορμέμφυτα.

Όμως καμιά τους δεν προσέφερε σωτηρία, καμιά δεν ικανοποιούσε και δε γέμιζε, ουσιαστικά, την ψυχική κενότητα των οπαδών τους. Γι’ αυτό και η δίψα για λύτρωση ήταν έντονη.

Έτσι μπορεί να εξηγηθεί η αποδοχή, διάδοση και εδραίωση της χριστιανικής πίστεως στο θρησκευτικό αυτό κυκεώνα. Μαζί επίσης, με την εκρηκτική, νοσηρή αυτή θρησκευτικότητα, συνυπήρχε και έντονη γνωσιολογική δίψα.

Μια απίστευτη πληθώρα θεωριών, φιλοσοφικών σχημάτων και ιδεών διαχέονταν στον διψασμένο ελληνορωμαϊκό κόσμο, υποσχόμενα να δώσουν απαντήσεις στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα και να δώσουν λύσεις στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα.

Όμως, όπως οι θρησκείες, έτσι και οι φιλοσοφίες, ελάχιστα άγγιζαν και ωφελούσαν τον πολύ κόσμο και άμβλυναν τις οξυμένες κοινωνικές αντιθέσεις.

Ο απόστολος Παύλος, βαθύς γνώστης του θρησκευτικού και πνευματικού κλίματος της εποχής του, έγραψε στους χριστιανούς της Κορίνθου, σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του παρηκμασμένου αρχαίου κόσμου, όπου λατρεύονταν τα πλέον χυδαία πάθη, όπως αυτό της «Ιεράς Πορνείας», με την πληθώρα των «Ιερών Πορνείων», τα οποία επείχαν θέση λατρευτικών κάντρων, με τις χιλιάδες ιερόδουλες, πως η ανθρώπινη προσπάθεια υπήρξε μάταια να ξεφύγουν οι άνθρωποι από τη φρίκη της απουσίας του Θεού, διότι, «ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν» (Α΄Κορ.1,21).

Πως θα μπορούσε άλλωστε, αφού η αμαρτία είχε αποκόψει τον άνθρωπο από την πηγή της αλήθειας, το Θεό, σκοτίζοντας τη διάνοιά του, καθιστώντας έτσι αδύνατη κάθε προσπάθεια προσέγγισης του Θεού. Αυτό μαρτυρεί ξεκάθαρα η λατρεία εμπαθών, αλλόκοτων και εν πολλοίς φαιδρών «θεοτήτων» των ειδωλολατρικών θρησκειών.

Ο Λυτρωτή μας Χριστός δεν ήρθε να ιδρύσει μια ακόμα θρησκεία, έστω την καλλίτερη από τις υπάρχουσες. Άλλωστε, όπως προαναφέραμε, ο κόσμος δεν έπασχε από έλλειψη θρησκευτικών σχημάτων, αλλά από ουσιαστική σωτηρία.

Ο Χριστός έφερε στον κόσμο και εδραίωσε την «καινή κτίση» (Β΄Κορ.5,17), δηλαδή, ήρθε να ανακαινίσει ολοκληρωτικά τον άνθρωπο και ολόκληρη την δημιουργία, να θεραπεύσει το αγιάτρευτο τραύμα της αμαρτίας, η οποία ευθύνεται για την μεταπτωτική φρικώδη κατάσταση του κόσμου.

Ήρθε να εδραιώσει την «κοινή βασιλεία», η οποία είναι η πρόγευση της ανέσπερης, της αιώνιας, της ουράνιας βασιλείας.

Ίδρυσε την αγία Του Εκκλησία, για να είναι το θείο εργαστήριο της σωτηρίας, ώστε μέσω αυτού, να ανακαινίζεται ο πεπαλαιωμένος από την αμαρτία και τη φθορά άνθρωπος, να αγιάζεται, να σώζεται, να θεώνεται, να καθίσταται πολίτης της ουράνιας και ατελεύτητης βασιλείας.

Το κήρυγμά του Χριστού, το οποίο δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν εγκόσμιο λόγο, κηρύχτηκε στα έθνη, «έως εσχάτου της γης» (Πραξ.1,8) από τους αγίους Αποστόλους, κατά προτροπή του Κυρίου (Ματθ.28,19).

Οι άγιοι Πατέρες, ως διάδοχοί τους, συνέχισαν το ιεραποστολικό και ποιμαντικό έργο εκείνων. Ο απόστολος Παύλος αποκαλεί «παρακαταθήκη» το κήρυγμα του Χριστού και ολόκληρη την αποκάλυψη του Θεού.

Έγραψε, με τρόπο δραματικό, στον μαθητή του Τιμόθεο: «την παρακαταθήκην φύλαξον, εκτρεπόμενος τα βεβήλους κενοφωνίας και αντιθέσεις της ψευδωνύμου γνώσεως, ην τινες επαγγελλόμενοι περί την πίστιν ηστόχησαν» (Α΄Τιμ.6,20-21).

Αυτή την «παρακαταθήκη» λαμβάνουν οι Επίσκοποι και οι λοιποί κληρικοί κατά τη χειροτονίας τους, να είναι οι αδιάκοποι συνεχιστές του έργου του Κυρίου, των Αποστόλων και των Πατέρων.

Ο μέγας απόστολος των Εθνών τονίζει, με όλη τη δύναμη της ψυχής του, το απαραχάρακτο του σωτηρίου μηνύματος της Εκκλησίας.

Αποκαλεί τις εκτροπές από την γνήσια διδασκαλία, η οποία οριοθετεί την πίστη, ως «βέβηλες κενοφωνίες», δηλαδή, ως πνευματικά βρώμικες αερολογίες, προϊόντα ατομικών υποκειμενικών συλλογισμών, και ως «ψευδώνυμη γνώση», δηλαδή, ως κάλπικη γνώση, η οποία στηρίζεται σε ψευδείς ετικέτες, όπως λ.χ. τα ψευδεπίγραφα αιρετικά πρωτοχριστιανικά «απόκρυφα ευαγγέλια».

Και προχωρεί, χαρακτηρίζοντας τους διαστροφείς της εκκλησιαστικής αλήθειας, ως κήρυκες της δικής τους αστοχίας περί την πίστη, ως αιρετικούς, ήτοι, ξεχωρισμένους από την αλήθεια, όπως τους γνωρίζει στο δισχιλιόχρονο διάβα της η Εκκλησία.

Οι δραματικές επισημάνσεις του αποστόλου Παύλου, αποδεικνύουν περίτρανα και απερίφραστα ότι η αλήθεια είναι συνώνυμη με τη σωτηρία και αντίθετα: η πλάνη και το ψεύδος είναι συνώνυμα με την απώλεια της σωτηρίας.

Οι Πατέρες, ορίζονται ως άγιοι και θεοφόροι, επειδή έμειναν απόλυτα πιστοί στην επιταγή του αποστόλου Παύλου, στην απαραχάρακτη και ανόθευτη «παρακαταθήκη», στην παραλαβή και παράδοση της ορθής πίστεως. Για τούτο αγωνίστηκαν με όλες τις δυνάμεις τους κατά των παραχαρακτών αιρετικών.

Κατανόησαν και δέχτηκαν οι ίδιοι το σωτήριο μήνυμα της Εκκλησίας, εν τη Εκκλησία και δια της Εκκλησίας, ήτοι: δια του συνοδικού τρόπου.

Η κατανόηση δεν είχε σχέση με προσωπικές νοητικές δυνατότητες, ή γνωσιολογικές ικανότητες, αλλά ήταν καρπός αγιότητας, προσευχής και ταπείνωσης. Η κατανόηση των αποκεκαλυμμένων αληθειών έγινε μέσω των αγίων Συνόδων (Τοπικές και Οικουμενικές).

Οι συμμετέχοντες σ’ αυτές άγιοι Πατέρες είχαν την ακλόνητη πίστη ότι μεταξύ αυτών ήταν ο Χριστός και πως ο πραγματικός διδάσκαλός τους ήταν το Πανάγιο Πνεύμα, το Οποίο οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν16,13).

Γι’ αυτό και οι αποφάσεις τους έχουν αλάθητο και αιώνιο χαρακτήρα και είναι υποχρεωτικά εφαρμοστέες από όλο το εκκλησιαστικό σώμα.

Εν προκειμένω, οι άγιοι 318 θεοφόροι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, κλήθηκαν από τον πρώτο χριστιανό βασιλέα της Ρωμηοσύνης, τον άγιο και ισαπόστολο Κωνσταντίνο, να αντιμετωπίσουν τη λαίλαπα της αρειανικής αιρέσεως.

Το μεγάλο αυτό γεγονός, έγραψε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, «η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει την νίκην της καθολικής πίστεως επί του υπερήφανου ατομικού νου, την νίκην του Θεανθρώπου επί του ανθρώπου».

Ο αιρεσιάρχης Άρειος, λόγιος κληρικός της αλεξανδρινής Εκκλησίας, κάτοχος της κοσμικής φιλοσοφίας, αθέτησε το λόγο του αποστόλου Παύλου, ότι η σοφία του κόσμου δεν μπόρεσε να φτάσει στο Θεό και ύψωσε τη δική του «αποκάλυψη», τη δαιμονική του γνώμη, πάνω από τη θεία αποκάλυψη. Βλασφήμησε το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο, μόνο Αυτό, οδηγεί στην σωτήρια αλήθεια, ύψωσε το δικό του λογικό πάνω από Αυτό.

Πρόσβαλε το δόγμα της Αγίας Τριάδος, αρνούμενος τη θεότητα του Λόγου και την προσωπική ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος. Αποψιλώνοντας το Χριστό από τη θεότητά Του, προσπάθησε να πλήξει το σωτηριολογικό δόγμα.

Θεωρώντας το Χριστό ως «το πρώτο κτίσμα του Θεού», Τον κατέστησε αδύναμο να είναι ο σωτήρας του κόσμου, διότι, το κτίσμα δε μπορεί να σώσει κτίσμα.

Ο αρειανισμός δίκαια χαρακτηρίζεται ως η πλέον δαιμονική πλάνη, διότι εξέφρασε την προαιώνια βουλή του διαβόλου, επιχειρώντας να ματαιωθεί το σωτηριώδες έργο του Χριστού, υποβιβάζοντάς Τον στην κατηγορία της ανθρωπότητας.

Η αγία Α΄ Οικουμενική Σύνοδος αποφάνθηκε, όπως βεβαιώνει η θεία αποκάλυψη, ότι ο προαιώνιος Λόγος του Θεού είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού», ο Οποίος, «δια την ημετέραν σωτηρίαν», έγινε (και) αληθινός άνθρωπος.

Ο Χριστός σώζει πραγματικά, διότι είναι Θεάνθρωπος, Θεός και άνθρωπος, ενώνοντας στο θεανδρικό Του πρόσωπο τον άνθρωπο με το Θεό, το κτιστό με το άκτιστο.

Γι’ αυτό και είναι ο μοναδικός και αποτελεσματικός λυτρωτής. Γι’ αυτό διακήρυξε κατηγορηματικά ο απόστολος Πέτρος, πως «ουκ έστιν εν άλλω οδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πραξ.4,12).

Γι’ αυτό και όλοι οι αυτόκλητοι «σωτήρες» της ιστορίας, θρησκευτικοί, πνευματικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί μεταρρυθμιστές, νομοθέτες, επαναστάτες, κ.α. αποδείχτηκαν απόλυτα ανεπαρκείς, για να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια στο ανθρώπινο γένος.

Γι’ αυτό και το περιορισμένο και ανεπαρκές έργο τους είχε ημερομηνία λήξης και όλοι τους βυθίστηκαν στη λήθη της ιστορίας.

Αντίθετα, η ιστορία απέδειξε πως, μόνο ο Χριστός προσέφερε και προσφέρει ουσιαστική βοήθεια και σωτηρία εις το διηνεκές και θα προσφέρει ως τα έσχατα της ιστορίας.

Είναι το μοναδικό πρόσωπο της ιστορίας, το οποίο, όχι μόνο δε λησμονήθηκε και κάποτε θα λησμονηθεί, όπως επαγγέλλονται οι διαχρονικοί αρνητές Του, αλλά συνεχίζει να κυριαρχεί σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, οι οποίοι βρίσκουν «ανάπαυση στις ψυχές» τους (Ματθ.11,29) και ουσιαστική λύτρωση στην ανθρωπότητα από την κόλαση της απουσίας του Θεού.

Είναι ο αιωνίως «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ.13,8), πάντα επίκαιρος και νέος. Μόνον αυτός κατόρθωσε να αλλάξει την κατιούσα πορεία του κόσμου, να τον ανακαινίσει, με τον αιώνιο και αδιάψευστο λόγο του και το επί γης απολυτρωτικό του έργο, δίνοντάς του αιώνια προοπτική.

Δυστυχώς όμως, αν και η φρικώδης αρειανική αίρεση καταδικάστηκε από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και τις άλλες άγιες Συνόδους, και η Εκκλησία μας καταδεικνύει τα ολέθρια αποτελέσματά της, δεν εξέλειπε, επιβίωσε και επιβιώνει ως τις μέρες μας!

Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς έγραψε πως ο αρειανισμός «αν και αλλάσσει εξωτερικώς ως χαμαιλέων», διαιωνίζεται και παραμένει «κατ’ ουσίαν ο ίδιος».

Ο υποβολέας διάβολος, δια των αιρετικών, οι οποίοι «περί την πίστιν ηστόχησαν» (Α΄Τιμ.6,20-21), συνεχίζουν να καλλιεργούν και να διαδίδουν τις αρειανικές πλάνες.

Είναι γεγονός πως όλες οι κατοπινές αιρέσεις έχουν ως βάση τις αρειανικές πλάνες, όπως οι πνευματομάχοι, νεστοριανοί, εικονομάχοι, κ.α. Αλλά και ο παραφθαρμένος δυτικός χριστιανισμός παρέκλινε σε έναν ιδιότυπο αρειανισμό.

Ο μέγας πειρασμός της εκκοσμίκευσης του Παπισμού και της ετέρας μορφής του, του Προτεσταντισμού έγκειται κατά βάσιν στον αρειανισμό.

Πολλές προτεσταντικές αντιτριαδικές παραφυάδες, προσβάλλουν το τριαδικό δόγμα, ως σύγχρονες μορφές αρειανισμού.

Ακόμα και ο λεγόμενος «ευρωπαϊκός διαφωτισμός», ο οποίος στοχεύει στην αποχριστιανοποιήση του κόσμου, είναι και αυτός ένας σύγχρονος ιδιότυπος αρειανισμός, αφού η «σύγχρονος ευρωπαϊκή σχετικοκρατία ακολουθεί τον αρειανισμόν», «ο αρειανισμός δεν έχει ακόμη ταφή, σήμερον είναι περισσότερον της μόδας παρά ποτέ άλλοτε και έχει διαδοθή περισσότερον από άλλοτε.

Έχει διαχυθή ως ψυχή εις το σώμα της συγχρόνου Ευρώπης», θα επισημάνει και πάλι ο άγιος Ιουστίνος.

Η αγίας μας Ορθόδοξη Εκκλησία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως ορίζεται από το Σύμβολο της Πίστεώς μας, η μόνη αληθινή Εκκλησία του Χριστού, χαρακτηρίζεται και ως «πατερική», διότι συνεχίζει να πορεύεται στα ίχνη των αγίων Πατέρων και για τούτο είναι γνήσια και αληθινή.

Αντίθετα οι εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας «εκκλησίες» εις τούτο έχασαν την γνησιότητά τους: διότι έπαψαν αν είναι «πατερικές», να οδεύουν το δρόμο των αγίων και θεοφόρων Πατέρων, τους οποίους αντικατέστησαν με ανθρώπινες «αυθεντίες», δικής τους επιλογής, οι οποίοι «περί την πίστιν ηστόχησαν» (Α΄Τιμ.6,20-21).

Η Εκκλησία μας αναγνωρίζει το αλάθητο μόνο στον εαυτό της, διότι αυτή καθοδηγείται «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,13) από το Άγιο Πνεύμα και όχι από «αλάθητους» ανθρώπους.

Δεν προσέδωσε ποτέ σε άνθρωπο, ούτε στον μεγαλύτερο άγιο το αλάθητο. Οι άγιοι Πατέρες καθίστανται αλάνθαστοι, όχι αφ’ εαυτών, όχι οι ίδιοι, αλλά οι λόγοι τους όταν φιλτραριστούν από την Εκκλησία.

Ας μη λησμονούμε πως πολλές προσωπικές γνώμες πολλών Πατέρων δεν τις υιοθέτησε η Εκκλησία, ως λανθασμένες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μείωσε την αξία τους.

Αντίθετα, ο κάθε αιρεσιάρχης προβάλλεται ως «αλάθητος», εκεί βρίσκεται η ρίζα της αιρέσεως. Γι’ αυτό και η αίρεση έχει δαιμονικό χαρακτήρα, διότι είναι προϊόν εγωισμού.

Δυστυχώς ο παραχαραγμένος δυτικός χριστιανισμός, Παπισμός και Προτεσταντισμός, κυριαρχείται από τον πειρασμό του «αλάθητου».

Ο «Πάπας» Ρώμης, εκφράζοντας και βιώνοντας το φραγκικό «πνεύμα» της «ελέω Θεού κυριαρχίας», ανήγαγε, με «συνοδική» κατοχύρωση (Α΄ Βατικανή «Σύνοδος» 1870), τον εαυτό «αλάθητο», σφετεριζόμενος έτσι την ιδιότητα του αληθινού Αλαθήτου του Χριστού, του Αγίου Πνεύματος και της Εκκλησίας.

Αλλά και οι πολυάριθμοι «αλάθητοι πάπες», πάστορες του ιλιγγιώδους προτεσταντικού μωσαϊκού, ενσαρκώνουν την παπική αυτή κακοδοξία.

Αυτό έχει ως τραγική συνέπεια να διαιωνίζονται οι αιρέσεις, διότι οι αιρεσιάρχες δεν θέλουν να αποκηρύξουν το «αλάθητό» τους.

Είναι γεγονός πως η έκπτωση στην αίρεση σημαίνει την απώλεια της Θείας Χάριτος και ως εκ τούτου την παγίωση του εγωισμού, με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολη η αποκήρυξη της πλάνης.

Θλιβερή διαπίστωση, η πεισματική παραμονή των σύγχρονων αιρετικών στις πλάνες τους, παρά τους ατέρμονους και αναποτελεσματικούς θεολογικούς διαλόγους, που διεξάγει με αυτούς η Εκκλησίας μας, εδώ και μισό αιώνα!

Η ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας τιμά τους αγίους Πατέρες, διότι οι αγιασμένες αυτές προσωπικότητες, αποτελούν, μαζί με τους Αποστόλους, τα θεμέλιά της.

Συνεχίζει να πορεύεται στο χρόνο, επιτελώντας το σωστικό Της έργο, επειδή διασώζει τη γνησιότητα και την αλήθεια, την οποία εγγυώνται και διαφυλάγουν οι θεοφόροι και θεοφώτιστοι άγιοι Πατέρες.

Όσο θα πορευόμαστε «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι», ακόλουθοι δηλαδή των αγίων Πατέρων, η Εκκλησία θα φέρει τη σφραγίδα της γνησιότητας και θα εκφράζει την αλήθεια, η οποία, όπως προαναφέραμε, είναι προϋπόθεση της σωτηρία μας.

Δυστυχώς όμως, στους σύγχρονους δύστηνους, αποκαλυπτικούς και εσχατολογικούς καιρούς μας, η Εκκλησία μας δέχεται σοβαρή πρόκληση από τη σύγχρονη αίρεση του οικουμενιστικού θρησκευτικού συγκρητισμού, η οποία επιδιώκει να προσβάλλει τη γνησιότητά Της και τον οικουμενικό της χαρακτήρα και να σχετικοποιήσει τη σώζουσα αλήθεια Της, με την ανάδειξη και άλλων «εκκλησιών», ήτοι των αιρέσεων και προβολή και ετέρων «σωζουσών αληθειών», των αιρετικών πλανών.

Και το ακόμη χειρότερο: την ανάδειξη του θρησκευτικού μωσαϊκού του κόσμου, ως «διαφορετικούς τρόπους αναγωγής στον ένα Θεό»! Δεν μας επιτρέπει το παρόν πόνημα να είμαστε περισσότερο αναλυτικοί σε αυτή τη σοβαρή πρόκληση.

Το μόνο που μπορούμε να επισημάνουμε είναι, ότι ο σύγχρονος θρησκευτικός συγκρητισμός είναι η σοβαρότερη απειλή που δέχτηκε η Εκκλησία στη δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία.

Είναι η αναβίωση ενός ιδιότυπου αρειανισμού, ο οποίος πασχίζει να «λογικοποιήσει» και να εκκοσμικεύσει την Εκκλησία του Χριστού, καταστρέφοντας έτσι τη σωστική λειτουργία της.

Με ανησυχία παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια να εισάγονται στην Εκκλησία μας «θεολογικοί» όροι, όπως «νεοπατερική» και «μεταπατερική» θεολογία, διαπιστώνοντας έτσι σαφώς μια τάση απομάκρυνσης από την πατερική θεολογία. Είναι αποδεδειγμένο πως αυτοί οι νεωτερισμοί απορρέουν από την δυτική πλανεμένη αντίληψη περί της «συνεχούς ανάπτυξης της θεολογίας», που σημαίνει ότι η «άπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστη» (Ιουδ.3) και συνοδικώς, εν Αγίω Πνεύματι, κατανοηθείσα, μπορεί κατά καιρούς να αλλάζει, να «βελτιώνεται», για να γίνεται, δήθεν, αποδεκτή από τον κόσμο.

Φυσικά αυτό δεν αποτελεί απλά ασέβεια προς τους θεοφόρους Πατέρες, αλλά ύβρη κατά του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο οδηγεί, σύμφωνα με τους εισηγητές τους, την Εκκλησία, κατά καιρούς, σε διαφορετικές «αλήθειες», ανάλογα με τις κατά καιρούς θελήσεις και τάσεις του πτωτικού κόσμου!

Σημειώνουμε πως οι δεκάδες πλάνες του Παπισμού, μετά την απόσχισή του από την Εκκλησία (1054), στηρίχτηκαν ακριβώς στην κακοδοξία, περί της «συνεχούς ανάπτυξης της θεολογίας»!

Τιμούμε, την ημέρα αυτή, τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες, υποσχόμενοι ότι θα παραμείνουμε ακόλουθοι της δικής τους πορείας, ήτοι: της γνησιότητας και της σώζουσας αλήθειας. Ότι δεν θα παραλλάξουμε τίποτε από τη δική του «παρακαταθήκη», όπως τηρείται αυτή, ως πολύτιμος θησαυρός, στην Εκκλησία μας. Ότι θα μείνουμε μακριά από τις σύγχρονες συγκρητιστικές προκλήσεις και κάθε πατερική «μεταποίηση».

Μόνο ως «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι», θα βαδίζουμε με ασφάλεια το δρόμο της σωτηρίας μας και η αγία μας Εκκλησία θα επιτελεί το σωστικό και μεταμορφωτικό έργο της στον κόσμο.

Να μη λησμονούμε τέλος, πως, όπως υπογραμμίζει ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, «Η Ορθοδοξία είναι του Χριστού, διότι είναι αποστολικώς αγία και αγιοπατερικώς καθολική», που αυτό σημαίνει ότι οι στερημένες αγιοπατερικότητας αιρέσεις, δεν είναι του Χριστού και επίσης, αναιρώντας την καθολικότητα της Εκκλησίας, αναιρούν τη δική τους εκκλησιαστικότητα!

Αυτή είναι (πρέπει να είναι) η πεμπτουσία και η βάση της συγχρόνου ομολογητικής Ορθοδοξίας!

Οι όσιοι θεοφόροι πατέρες ημών Βαρνάβας και Ιλαρίων οι θαυματουργοί (21 Οκτωβρίου)

 




Πόσο ευλογημένο είναι στ' αλήθεια της Κύπρου το νησί! Ναι! Πλούσια ευλογημένο απ' την αγαθή Πρόνοια του Θεού! Και να! Πρώτο αυτό μεταξύ όλων των μερών του κόσμου, όπως αναφέραμε κι αλλού, δέχτηκε από τρία στόματα αποστολικά το κήρυγμα της σωτηρίας. Πρώτο αυτό μεταξύ όλων των μερών του κόσμου έχει ανάλογα με την έκταση του, να παρουσιάσει τόσους αγίους! Πρώτο ακόμη αυτό αξιώθηκε της τιμής να φιλοξενήσει στους κόλπους του μέχρι τινός, τόσα άγια λείψανα!

Η αγάπη του Θεού παραχώρησε στο νησί μας την τιμή τα άγια λείψανα, που από γειτονικές χώρες ρίχνονταν στη θάλασσα από ευλαβείς χριστιανούς, για να μην αφανιστούν από βέβηλα χέρια, τα λείψανα αυτά να ξεβράζονται απ' τη θάλασσα στ' ακρογιάλια του νησιού μας, και να βρίσκουν εδώ φιλοξενία και τιμή και σεβασμό.

Μέσα στα λείψανα αυτά περιλαμβάνονται, θησαυρός ακριβός κι ατίμητος, και τα λείψανα των οσίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος των θαυματουργών.

Τα λείψανα αυτά κατά τρόπο θαυματουργικό μεταφέρθηκαν, όπως θα δούμε παρακάτω, σε κάποιο ακρογιάλι της Κύπρου, κι απ' εκεί στο προνομιούχο χωριό, την Περιστερώνα του Μόρφου.

Σ' αυτήν αργότερα, πιθανότατα στις αρχές του 11ου αιώνα, κτίστηκε κι η τρίκλιτος θολωτή βασιλική με τους πέντε τρούλους και σε σχήμα σταυρού, που καμαρώνουμε ως τα σήμερα. Σ' αυτή την περίπυστη εκκλησία τοποθετήθηκαν τα άγια λείψανα.

Δυστυχώς και για τους αγίους αυτούς πολύ ολίγα γνωρίζουμε. Ένας πέπλος μυστηρίου καλύπτει τη ζωή τους. Ο Λεόντιος Μαχαιράς στο χρονικό του, καθώς κι ο Κυπριανός στην ιστορία του κατατάσσουν τους αγίους μεταξύ των 300 λεγομένων Αλαμανών, που ήρθαν στο νησί μας μετά τη Β' Σταυροφορία κι ασκήτεψαν σε διάφορα μέρη. Με τη γνώμη όμως αυτή, που όσο κι αν φαίνεται πιθανή, συγκρούεται η πληροφορία, που μας δίνεται τόσο από την παράδοση, όσο κι από το συναξάρι των αγίων. Σ' αυτό αναφέρεται ρητά, πως οι όσιοι καταγόντουσαν από την εύανδρο Καππαδοκία κι έζησαν μάλιστα στα χρόνια της βασιλείας του Θεοδοσίου του Μικρού (408-456). Κι οι δύο οι άγιοι ήσαν από ευγενικές οικογένειες κι υπηρετούσαν στον στρατό του βασιλιά, στον οποίο μάλιστα και διακρινόντουσαν για το παράστημα τους, την ανδρεία τους και την όλη γενικά ζωή τους.

Παρά το λαμπρό μέλλον που τους ανοιγόταν στην υπηρεσία τους αυτή, η αγάπη του Χριστού, που θεοσεβείς ψυχές φύτεψαν στην ψυχή τους, τους έκαμε νωρίς ν' αφήσουν τον στρατό και τη δόξα πού τους χαμογελούσε και ν' αφιερωθούν στο Χριστό . Πόνος και πόθος και παλμός κι αγώνας τους ένας και μόνος : Να ευαρεστήσουν σ' αυτόν.

Για την εκπλήρωση τούτου του σκοπού έσπευσαν οι τρισμακάριοι απ' την πρώτη στιγμή ν' απαρνηθούν τον κόσμο και τα του κόσμου. Ή ματαιότητα των επιγείων πάντοτε τους συνετάραττε. Στ' αυτιά τους δυνατά αντηχούσαν κάθε στιγμή οι λόγοι του υμνωδού: «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα». Όλα διαλύονται και χάνονται. Σαν τα φύλλα του φθινοπώρου μαραίνονται και πέφτουν. Σαν ένα όνειρο παρέρχονται κι εξαφανίζονται. Αλίμονο σ' εκείνους που δίνουν την καρδιά τους σ' αυτά και περιμένουν να γευτούν απ' αυτά αληθινή χαρά και ευτυχία. Τα γνωρίζουν τούτα οι άγιοι. Γνωρίζουν ακόμη ότι είναι πολλές του πονηρού οι παγίδες κι οι πειρασμοί. Γι' αυτό και σπεύδουν. Απ' την πρώτη στιγμή σπεύδουν ν' αποδεσμευθούν από όλα εκείνα που θα τους ήσαν εμπόδιο στον όμορφο σκοπό, που έταξαν στη ζωή τους. Τα λόγια του Κυρίου κι η προτροπή του στον πλούσιο νεανίσκο που τον ρώτησε τι να κάμει για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, τους δείχνει τον δρόμο. «Πώλησαν τα υπάρχοντα σου, του είπεν ο Κύριος, και δος πτωχοίς και δεύρο ακολούθει μοι». Χωρίς κανένα δισταγμό κι αμφιταλάντευση σπεύδουν κι αυτοί ν' απαλλαγούν από τα άφθονα υλικά αγαθά που είχαν και να απομακρυνθούν από τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Τα υλικά αγαθά τα πώλησαν και το προϊόν το διαμοίρασαν στους πτωχούς. Από τον τόπο που γεννήθηκαν απομακρύνθηκαν και τοπικώς και τροπικώς.

«Την ενεγκαμένην αφέντες» κατά τον συναξαριστή «και τον σταυρόν επ' ώμων αράμενοι» έφυγαν για τον μονήρη βίο. Ερημικούς τόπους διαλέγουν, για να παραμείνουν. Γιατί «τοις ερημικοίς ζωή μακαριά εστί, θεϊκώ έρωτι πτερουμένοις». Δηλαδή ευλογημένη και μακαριά είναι η ζωή εκείνων που κατοικούν σε έρημα μέρη, μακριά από τους πειρασμούς, τις παγίδες και τα σκάνδαλα του κόσμου. Ευλογημένη και μακαρία είναι η ζωή τους γιατί οι ψυχές των ανθρώπων αυτών κυριευμένες από θείο έρωτα κοιτούν διαρκώς προς τα άνω προς τον θεό τον άγιο. Την αλήθεια αυτή, που έχει και πάλι τις ρίζες της σε μια του Κυρίου μας υπόδειξη, την γνωρίζουν πολύ καλά, από προσωπική εμπειρία οι μυριάδες των αγίων μορφών, που επότισαν την έρημο. Την αλήθεια γνωρίζουν ακόμη και όλοι εκείνοι, που ύστερα από μια περίοδο εντατικής εργασίας ζητούν, να ξεκουρασθούν «εις έρημον τόπον».

Είχαν επιστρέψει κάποτε οι μαθητές από μια εξόρμηση, όταν ο Κύριος, αφού τους ήκουσε, τους είπε: «Δεύτε υμείς αυτοί κατ' ιδίαν εις έρημον τόπον, και αναπαύεσθε ολίγον». Εμπρός τώρα εσείς πηγαίνετε σε κάποιο ερημικό μέρος μόνοι σας και αναπαυθήτε ολίγο. Ο Ιησούς μας καλεί να πηγαίνουμε μαζί του στην έρημο. Διαμονή στο ύπαιθρο και προσωπική επικοινωνία μ' Αυτόν είναι υπέροχη ευκαιρία αληθινού ξεκουράσματος. Καιρός περισυλλογής, αλλά και ψυχοσωματικής αναπαύσεως είναι οι διακοπές στην εξοχή. Μακριά απ' την κίνηση και τον θόρυβο. Κάτι περισσότερο. Καιρός πνευματικής επικοινωνίας με τον Ιησού! Ευλογημένες οι ψυχές κι οι οικογένειες που κάνουν συχνά χρήση μιας τέτοιας εξόδου προς τον Ιησού! Είναι ένας υπέροχος τρόπος για πραγματική ψυχική και σωματική ανάπαυση. Τρισευλογημένες ακόμη εκείνες οι ψυχές, που φροντίζουν, ώστε η ζωή τους να είναι μια αδιάκοπη παραμονή και επικοινωνία με τον Ιησού! Μέσα στις ψυχές αυτές, που βρίσκονται έξω από τον αμαρτωλό τούτο κόσμο, καίει ακατάπαυστα ο θείος πόθος να μένουν κοντά του και να Τον δοξολογούν. «Τοις ερημικοίς, άπαυστος ο θείος πόθος εγγίνεται, κόσμου ούσι του ματαίου εκτός» ψάλλει κι ο υμνωδός.

Τοπικώς απ' την αγαπημένη πατρίδα είπαμε, έφυγαν οι άγιοί μας. Έφυγαν όμως και τροπικώς. Εκεί στην ερημιά, έργο τους έκαμαν την προ σευχή, τη μελέτη του λόγου του Θεού, την άσκηση, την αρετή. Με ταπείνωση εκεί προσφέρουν καθημερινά τον εαυτό τους «θυσίαν ζώσαν αγίαν τω Θεώ ευάρεστον» {Ρωμ. ιβ', 1). Και μια τέτοια ζωή που έχει σαν σκοπό της «την δόξαν και τον έπαινον του Θεού», έχει και το αντίκρυσμα της. «Ο ερευνών νεφρούς και καρδίας» (Αποκ. β', 23) επιβραβεύει τους εργάτες του. Αυτό έγινε και με τους αθλητές μας.

Τους εδόξασε εδώ στη γη. Πλείστα θαύματα επιτελούνται καθημερινά στον τόπο της διαμονής τους στις πιστές καρδιές που τους επισκέπτονται, για να ακούσουν τις συμβουλές τους και να ενισχυθούν. Θαύματα μικρά και μεγάλα. Κοντά τους βρίσκουν οι άρρωστοι τους ιατρούς, οι πονεμένοι την ελπίδα, «οι εν θλίψεσι» την παρηγοριά. Έτσι περνούν οι άγιοι ολόκληρη τη ζωή τους. Μα κι όταν τα κουρασμένα κορμιά τους ξεκουράστηκαν στη γη με την παράδοση της αγίας ψυχής τους στον Κύριο, η θαυματουργική δύναμη τους δεν σταμάτησε. Ένα τέτοιο θαύμα είναι κι ο ερχομός τους στο νησί μας, για να συνεχίσουν εδώ «τας ιάσεις και θεραπείας των».

Πότε έγινε αυτός ο ερχομός και γιατί, δεν γνωρίζουμε. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι η Κύπρος μας εξ αίτιας της θέσεως της στο μέσο του παλαιού χριστιανικού κόσμου, υπήρξε πάντοτε το καταφύγιο των χριστιανών, που διώκονταν από τις γύρω χώρες. Μαζί τους οι χριστιανοί αυτοί, προ παντός μετά την κατάληψη των Αγίων Τόπων από τους Άραβες κι ύστερα, μετέφεραν ιερά λείψανα κι εικόνες κι άλλα κειμήλια, για να τα διασώσουν. Πολλές φορές μάλιστα έκαναν και το άλλο. Έβαζαν ό,τι ήθελαν να διασώσουν σε μια ξύλινη κάσα, την έκλειαν προσεκτικά με κάποιο σημείωμα και την έριχναν στη Θάλασσα. Με τον τρόπο αυτό ήλθαν στο νησί μας τα ιερά λείψανα των Αγίων Μάμαντος από τη Μ. Ασία, Ερμογένους απο τη νήσο Σάμο και των Βαρνάβα κι Ιλαρίωνος των θαυματουργών.

Ένα βράδυ σε μια ευσεβή καρδιά από τους Σόλους, τον Λεόντιο, όπως αναφέρει το συναξάρι των αγίων, παρουσιάσθηκαν στον ύπνο του οι όσιοι και του είπαν: «Αδελφέ, αναστάς λάβε το ζεύγος σου και ελθέ εις τόπον καλούμενον Στομάτιον, όπως αγάγης ημάς ενθάδε». Κι όταν αυτός τους ρώτησε ποίοι είναι και από που και με ποιο τρόπο ήλθαν στο νησί, οι άγιοι του απεκάλυψαν με λεπτομέρειες τα πάντα. Και την πατρίδα τους, και τα ονόματα τους και την όλη ζωή τους. Του εξήγησαν ακόμη πως «εκ θείας δυνάμεως απεστάλησαν εν τη νήσω ταύτη οικήσαι εις σύστασιν και βοήθειαν αυτής και εις υγείαν των νοσούντων εν αυτή».

Μόλις τα άκουσε αυτά η φιλόχριστος εκείνη καρδιά σηκώθηκε φοβι σμένη κι έσπευσε να εκτελέσει την εντολή. Πήρε το ζευγάρι των βοδιών του και τράβηξε προς το μέρος που του υποδείχθηκε, «το Στομάτιον» (Στόμα), που βρίσκεται στην παραλία του Μόρφου εκεί περίπου που εκβάλλει ο ποταμός Σερράχης. Και πραγματικά! Κάπου σε μια άκρη στην αμμουδιά βλέπει σαν έφτασε μια ξύλινη κάσα κλειστή. Πλησιάζει με ευλάβεια, γονατίζει και κάνει την προσευχή του. Ασπάζεται με σεβασμό την κάσα που κλείνει τον θησαυρό του κι ύστερα σηκώνεται και με την βοήθεια των βοδιών του δοκιμάζει να την σύρει προς το μέρος, που του είχε υποδειχθεί. Παρ' όλες τις προσπάθειες του όμως η κάσα λες κι είχε ριζώσει στη γη, δεν μετεκινείτο. Όλη νύχτα αγωνίζεται μα άδικα. Καταστενοχωρημένος γονατίζει και με δάκρυα στα μάτια ικετεύει τον Θεό και τους αγίους Του, να του φανερώσουν τι να κάμει. Την επόμενη νύχτα οι άγιοι του φανερώθηκαν και πάλι και του είπαν:

Αδελφέ, «ουκ ειρήκαμέν σοι περί του ζεύγους των βοών, αλλά του ζεύγους των υιών σου». Αδελφέ, δεν σου είπαμε να φέρεις το ζευγάρι των βοδιών σου, άλλα τα δύο παιδιά σου. Τρομαγμένος ο ευλαβής άνθρωπος ξύπνησε και τράβηξε στο σπίτι του. Πήρε τα δύο του αγόρια και ξαναγύρισε στον τόπο, που βρισκόταν η αγία σορός. Με βαθιά ευλάβεια πατέρας και παιδιά γονάτισαν, αγκάλιασαν με πίστη την αγία σορό και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσαν τον Θεό και τους αγίους, να τους βοηθήσουν να πραγματώσουν τη μετακίνηση. Κι η παράκληση εισακούσθηκε. Πατέρας και υιοί Πήραν την ιερή κάσα που περιείχε τα άγια λείψανα και με φόβο Θεού την μετέφεραν στον τόπο που τους είχε υποδειχθεί, την Περιστερώνα! «Ως θαυμαστόν, Κύριε, το όνομά σου εν πάση τη γη». Απ' τη στιγμή που η αγία σορός τοποθετήθηκε στη γη, τα θαύματα άρχισαν. Θαύματα πολλά! Θαύματα μικρά και μεγάλα! Τυφλοί αναβλέ πουν! Δαιμονιζόμενοι απαλλάσσονται από δαιμόνια!. Πρόσωπα βασανιζόμενα από πυρετό και ποικίλες αρρώστιες θεραπεύονται! Παράλυτοι επί χρόνια σηκώνονται και περπατούν! Πηγή θεραπειών έγινε το μέρος εκείνο, ώστε όχι μόνον από τα γειτονικά χωριά, αλλά κι από όλη τη νήσο να φτάνουν καθημερινά προσκυνητές. Πήγαιναν για να εκζητήσουν με βαθιά πίστη κι ευλάβεια τη βοήθεια και τις πρεσβείες των οσίων στα προ βλήματα που τους απασχολούσαν. Σε λίγο ένας περικαλλής ναός ανεγείρεται στη μικρή πολίχνη. Ο ναός που στέκει ως τις μέρες μας για να τοποθετηθούν εκεί μέσα τα ιερά λείψανα, για να διακηρύττουν στους αιώνες τα μεγαλεία του Θεού και τη βεβαίωση Του: «Τους δοξάζοντές με δοξάσω»!

Τις ευεργεσίες και τις θεραπείες τους οι άγιοι προσφέρουν σε όλους. Πτωχούς και πλουσίους. Άνδρες και γυναίκες. Αρκεί οι επικαλούμενοι να προσέλθουν με ειλικρινή μετάνοια και πίστη. Ένα τέτοιο θαύμα είναι και τούτο: Κάποτε στη χάρη των αγίων έφθασε και «ο κρατών» τη νήσο. Αυτός, όπως αναφέρει ο συναξαριστής, «νοσώ πιεζόμενος βαρύτατη, δίκην παραλύτου υπό των μεγιστάνων αυτού βασταζόμενος, υπεισήλθε των αγίων». Δηλαδή βασανιζόμενος από μια βαριά αρρώστια, που τον καθήλωσε ακίνητο στο κρεβάτι του πόνου, μεταφέρθηκε με φορείο κρατούμενο από τους άρχοντες του μπροστά στην ιερή λάρνακα των αγίων. Μετά από θερμή προσευχή και μόλις ο ιερέας σήκωσε τα ιερά λείψανα και τα άγγιξε πάνω στον άρρωστο, το θαύμα έγινε. Το παράλυτο κορμί, το ακίνητο απ' την αρρώστια, πήρε μονομιάς δύναμη και ζωή. Τα πόδια κινήθηκαν κι ο άρρωστος απόλυτα θεραπευμένος σηκώθηκε κι άρχισε να περπατά. Κάτι παραπάνω. «Τοις οικείοις ποσίν ήλατο, και περιεπάτει σώος». Πηδώντας έτρεξε στους δικούς του τελείως καλά. «Τις λαλήσει τας δυναστείας σου, Χριστέ; ή τις εξαριθμήσει των θαυμάτων σου τα πλήθη;» Ποίος, Χριστέ μου, μπορεί να λαλήσει τις θείες σου ευεργεσίες; Ή ποιος μπορεί να απαριθμήσει τα πλήθη των θαυμάτων σου, που φανερώνουν την ανώτερη και θεία δύναμη σου; Η απάντηση είναι: Κανένας. Το μόνο που μπορούμε να ψελλίσουμε όλοι, είναι του ψαλμωδού τα λόγια: «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού».

Και για να τελειώνουμε. Εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί έχουμε ένα θησαυρό. Κι όσοι κατοικούμε τούτο το νησί μαζί με τον θησαυρό έχουμε και τούτο το προνόμιο. «Είμαστε απόγονοι μαρτύρων». Δεκάδες κατακτητές πέρασαν από το μαρτυρικό νησί μας. Έσφαξαν, γκρέμισαν, άρπαξαν, κατέστρεψαν. Την καρδιά των πατέρων μας όμως δεν την άλλαξαν. Σαν κόρη οφθαλμού οι πατέρες μας κράτησαν τούτη την πίστη, που έχουμε κι εμείς σήμερα. Σαν κόρη οφθαλμού κράτησαν ακόμη και γλώσσα και θρησκεία και ήθη και έθιμα ανόθευτα Ελληνικά, ώστε ένας ξένος Βυζαντινολόγος ιστορικός, ο Ολλανδός Έσσελιγκ, από τη στάση των πατέρων μας να βγάλει τούτο το συμπέρασμα. «Το ότι οι Κύπριοι παρά τις τόσες κατακτήσεις και τα βάσανα που υπέστη το νησί τους, αυτοί διατήρησαν τα πάντα ανόθευτα ελληνικά», δηλαδή γλώσσα και θρησκεία και ήθη και έθιμα, τούτο αποδεικνύει ένα πράγμα. «Ότι ο Ελληνισμός είναι ανεξολόθρευτος». Ανεξολόθρευτος ο Ελληνισμός. Και ορθόδοξος. Τούτο το συμπέρασμα ας το προσέξουμε κι εμείς. Οι σημερινοί κάτοικοι τούτου του ευλογημένου, προνομιούχου και μαρτυρικού εξ αίτιας των αμαρτιών μας, νησιού, ας μη Πλανώμεθα. Κι ας μη μας παρασύρουν τα κοάσματα μερικών ξενόφερτων τον τελευταίο καιρό φωνών. Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι γεννηθήκαμε. Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι ας μείνουμε. Πιστοί μέχρι θανάτου. Μαζί με τον ποιητή «ευκαίρως ακαίρως», ας ψάλλουμε κι εμείς της νήσου μας τον ύμνο:



Μέσα στο πέρασμα των χρόνων γνώρισε μύριες συμφορές
αφέντες άλλαξε δεκάδες καρδιά δεν άλλαξε ποτές.
Ελληνικ' ήταν η καρδιά της Ελληνικ' είναι κι η ψυχή
Κι όσο θα στέκει αυτός ο κόσμος η Κύπρος θα 'ναι Ελληνική!



Κύριε Ιησού Χριστέ, δια των πρεσβειών των αγίων σου, ελέησον ημάς.

Απολυτίκιο
Ήχος α΄

Της ερήμου πολίται και εν σώματι άγγελοι και θαυματουργοί γεγονότες θεοφόροι Βαρνάβα και Ιλαρίων όσιοι- νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουρανίων χαρισμάτων αυτουργοί- όθεν χάριν ιαμάτων, εξ ουρανού πλουσίως εδέξασθε. δόξα τω ένδυναμώ σαντι υμάς, δόξα τω στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δι' υμών, πάσιν ιάματα.

Kυριακή τῶν 318 Θεοφόρων Πατέρων Kelliotika

 


Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, πληρώσας ἅπασαν τήν ἔνσαρκον Αὐτοῦ οἰκονομίαν, ἀνῆλθεν στούς οὐρανούς καί ἀποκατέστη στόν θρόνον τῆς μεγαλωσύνης Αὐτοῦ. Θέλοντας λοιπόν οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νά δείξουν ὅτι ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τέλειος ὤν Θεός, ἐγένετο καί τέλειος ἄνθρωπος καί σαρκωθείς καί σταυρωθείς καί ταφείς καί ἀναστάς ἐκ νεκρῶν ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς καί ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης, ὡς ὁμοούσιος καί ὁμότιμος τοῦ Πατρός, δι’ αὐτό, ἀμέσως μετά τήν ἑορτήν τῆς ἐνδόξου Αὐτοῦ Ἀναλήψεως, ἐθέσπισαν ἑορτήν ἡ ὁποία τιμᾶ τόν σύλλογον τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι τόν ἐν σαρκί ἀναληφθέντα, Θεόν ἀληθινόν καί ἐν σαρκί τέλειον ἄνθρωπον ἀνεκήρυξαν.

Ἑορτάζομεν σήμερον τήν μνήμην τῶν Ἁγίων 318 θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι συνῆλθαν στήν Νίκαια, καί ἔκαμαν τήν πρώτην Οἰκουμενικήν Σύνοδον, στόν καιρόν τοῦ εὐσεβεστάτου Βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, τοῦ πρώτου Βασιλέως τῶν Χριστιανῶν, κατά τοῦ δυσσεβοῦς Ἀρείου τοῦ μισοθέου καί ἄφρονος, πού ἐβλασφήμει τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν ἀληθινόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ καί τόν ἔλεγεν κτίσμα, καί ὄχι τοῦ Πατρός ὁμοούσιον καί συνάναρχον.

Μετὰ ἀπὸ σειρὰ ἀσεβῶν βασιλέων, ἀνέτειλεν παραδόξως σὰν φωστῆρας ὁ φιλοχροστότατος Κωνσταντῖνος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ὀρθοδόξου πολιτείας καὶ πρόβολος τῆς ἀμώμου πίστεως. Ἀφοῦ δέχεται στὴν ψυχὴ του πλούσιον τὸν θεῖον φωτισμὸν καὶ χρίοντας τὸν νοῦν του μὲ τὴν εὐσέβειαν, ἀναλαμβάνει τὸν πρῶτον ἀγῶνα κατὰ τοῦ διαβόλου. Ἐκδίδει κατὰ τόπους προγράμματα γιὰ ἐλευθερία στοὺς Χριστιανούς, λύνει τὴν κατήφειαν ποὺ εἶχαν προξενήσει στοὺς πιστοὺς οἱ ἄνομοι, καταστρέφει τὰ σεβάσματα τῶν εἰδώλων, γνωστοποιεῖ τὴν ἀνυπαρξία τοῦ ψεύδους, φανερώνει τὸ κήρυγμα τῆς ἀληθείας, ἀποδίδει τιμὲς καὶ ἐνθαῤῥύνει ὅσους ἐτίμησαν τὸν Κύριον, θεραπεύει σώματα πιστῶν κακοποιημένα ἀπὸ τὶς μαστιγώσεις, τιμωροῦνται τέλος καὶ ἐξορίζονται ὅσοι λατρεύουν τοὺς δαίμονας.

Ἐχαίρετο λοιπὸν ὁ πιστότατος βασιλεὺς γιὰ τὴν καθημερινὴν αὔξησι τῶν Χριστιανῶν, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ὅλα αὐτὰ ὀφείλονται σὲ θείαν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία προσείλκυσε εἰς ὀλίγον χρόνον τοὺς ὑπηκόους του στὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὶ ἦταν δὲ αὐτὸ ποὺ ἦλθε καὶ προσετέθη στὰ προηγούμενα; Ἐνῶ τὰ γύρω ἔθνη προηγουμένως συνεχῶς ἐπαναστατοῦσαν, ἀθετῶντας τὶς συμφωνίες μὲ τοὺς πρὶν ἀπ’ αὐτὸν βασιλεῖς, τοὺς ὁποίους δὲν ἄφηναν σὲ ἡσυχία καὶ οἱ φοινικὲς ἐμφύλιες ἐξεγέρσεις, ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Κωνσταντῖνος ἀνεδείχθη ἀπὸ τὸν Σωτῆρα Χριστό βασιλεὺς ὅλου τοῦ Κράτους, ἀμέσως σὰν ἀπὸ κοινὸ πρόσταγμα, τὰ δεινὰ τῶν ἐθνῶν ὑπεχώρησαν καὶ οἱ ὑπήκοοι ἠσπάσθησαν τὴν εἰρήνη.

Ὁ μισόκαλος ὅμως ἐχθρὸς δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑποφέρη οὔτε αὐτὴ τὴν πρόοδον τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὴν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ ὅπως παλαιὰ ἐφθόνησε τὴν ἄλυπο ζωὴ τῶν πρωτοπλάστων καὶ διὰ μέσου τοῦ ὄφεως ἔσπειρε στὴν ἀκοή τὴν παρακοὴν τῆς ἐντολῆς, ἔτσι καὶ τότε σπαράζοντας ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν πρώην εἰδωλολατρῶν πρὸς τὸν Θεόν, ἀποστέλλει σὲ κάποιον πνεῦμα πύθωνος. Αὐτὸς δὲ ἦταν ὁ Ἄρειος, χριστιανὸς καὶ πρεσβύτερος τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας ὁ ὁποῖος κατελήφθη ἀπὸ κενοδοξία καὶ φιλαργυρία, τὰ ὅπλα τοῦ διαβόλου.

Ἐνῶ ὁ ὅσιος Ἀλέξανδρος ὡμολογοῦσε σαφῶς τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον καὶ ὁμότιμον μὲ τὸν Πατέρα, ἀντιθέτως ὁ φρενοβλαβὴς Ἄρειος παραληροῦσε περὶ τοῦ Υἱοῦ ὅτι εἶναι κτίσμα καὶ δημιούργημα καὶ ὅτι κάποτε δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἄλλα ἀσεβέστερα τὰ ὁποῖα ὄντως τὸ μόνον ποὺ ἀξίζουν εἶναι νὰ σιωπηθοῦν καὶ νὰ λησμονηθοῦν.

Βλέποντας ὁ θεσπέσιος Ἀλέξανδρος ὅτι σὰν ἐπιδημικὴ νόσος διαδίδεται τὸ κακό, ἐφοβεῖτο μὴν ἐπεκταθῆ σὲ ὅλο τὸ σῶμα τῶν πιστῶν. Ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ πολλὲς κατὰ πρόσωπον παραινέσεις μὲ τὶς ὁποῖες συμβούλευε πατρικῶς τὸν ἀτίθασον, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς καὶ ποικίλους ἐλέγχους ἀπὸ τὶς ἅγιες Γραφὲς, γιὰ τοὺς ὁποίους σεμνύνεται καὶ ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη, εἶδεν ὅτι ὁ ἀσεβὴς διακατέχεται ἀκόμη ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ του πλάνη, καταφεύγει στὸν ὑβριζόμενον ἀπὸ ἐκεῖον Ἰησοῦν Χριστόν, καλῶντάς τον σὲ βοήθεια τοῦ πιστοῦ λαοῦ του ἐναντίον τοῦ θεομάχου ἐγχειρήματος. Μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ δάκρυα ζητεῖ τὴν συμμαχίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀληθείας.

Μόλις ἔμαθε αὐτὰ ὁ καλλίνικος βασιλεύς, σὰν νὰ ἐκτυπήθη ἀπὸ κεντρί μὲ τὸ λυπηρὸ καὶ ἀναπάντεχο νέο ποὺ ἤκουσε, στέλνει ἀμέσως καὶ συγκαλεῖ μὲ ἐπίσημα ἔγγραφα ἀπὸ ὅλη τὴν ἐπικράτεια ὅσους ἐπισκόπους διατίθενται νὰ συγκεντρωθοῦν στὴν Νίκαια, τὴν πρωτεύουσα τῆς Βιθυνίας, γιὰ νὰ ἐξετάσουν τὸ θέμα, νὰ φανερώσουν τὴν ἀληθινὴ πίστι καὶ νὰ ἀφανίσουν ἐντελῶς τὴν δαιμονικὴν αἵρεσιν τῶν κακοδόξων.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, λοιπόν, σὰν ἐργατικὲς μέλισσες ἀναχωρώντας ὁ καθένας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία του σὰν ἀπὸ ἀνθισμένο κῆπο, ἔφθασαν στὴ Νίκαια. Ὁ δὲ θεῖος Κωνσταντῖνος, ἀκούγοντας ὅτι πλησιάζει ἡ ἱερὰ καὶ στοὺς ἀγγέλους σεβαστὴ παρουσία τῶν ἁγίων Πατέρων, τοὺς ὑποδέχεται μὲ τὶς τιμὲς ποὺ ἁρμόζουν καὶ ἀφοῦ ἔστειλε κάποιους ἀπὸ τὴν ἱερὰ Σύγκλητον νὰ τοὺς ὑποδεχθοῦν.

Ἀφοῦ εἰσῆλθαν λοιπὸν αὐτοὶ καὶ ἔλαβαν τὶς θέσεις τους, παρουσιάζεται καὶ ὁ ἔνδοξος βασιλεὺς, ὄχι μὲ σοβαροφανὲς, ὑπεροπτικὸν καὶ βασιλικὸν ὕφος, ἀλλὰ μὲ βλέμμα συνεσταλμένον καὶ ἤρεμον βηματισμόν. Καθὼς συναντᾶ τοὺς ἁγίους τοὺς ἀσπάζεται καὶ συνομιλεῖ μαζὶ τους εὐχαρίστως, ἐκδηλώνοντας τὸ ἄνθος τῆς ἐπιεικίας του μὲ ἕνα πρᾶο χαμόγελο καὶ ἀποκαλύπτοντας, στὶς συστάσεις ποὺ γίνονται μὲ τοὺς ἁγίους, τὴν λαμπρότητα τῆς ψυχῆς του. Φανερώνει δὲ τὴν ὑψηλὴ πρὸς τοὺς Πατέρας συγκατάβασί του τὸ χαμηλὸ κάθισμα στὸ ὁποῖον ἐκάθισεν σὲ σχέσι μὲ τὰ ἕδρανα τῶν ἐπισκόπων.

Προχωρεῖ λοιπὸν τὸ πλῆθος τῶν ὀνομαστῶν αὐτῶν Πατέρων στὴν ἐξέτασι καὶ ἀποσαφήνισι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως μὲ ὁμόνοια, ἐνδυναμούμενοι ἀπὸ τὸ Ζωοποιὸν Πνεῦμα ποὺ κατοικοῦσε μέσα τους, καὶ ἀποφαίνονται ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, τὸν δὲ Ἄρειον ἀφορίζουν ἀπὸ τὴν ὑγιῆ πίστι καὶ τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν, καὶ τὸν ὑποβάλλουν σὲ ἀνάθεμα μαζὶ μὲ τὰ ἔργα ποὺ εἶχε γράψει καὶ μὲ τὰ κηρύγματά του.

Συνθέτουν ὅλοι μαζὶ τὸ πράγματι θεῖον Σύμβολον, καταργῶντας μὲ κάθε ἄρθρο τὸ ἀνάλογον αἱρετικὸν φρόνημα, ὥστε νὰ γίνουν σὲ ὅλους φανερὰ ὅσα ἀπεφασίσθησαν στὴν Σύνοδο. Ἀπεφασίσθη κοινὸς ἑορτασμὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ ἐπίσης ἐξέδωσαν κανόνες καὶ γιὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα καὶ ὅλα ἀπετέλεσαν τὸν τόμον τῆς Ὀρθοδοξίας.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἔγινε πρότασις ἀπὸ τὸν ἔνδοξον βασιλέα νὰ ἐπικυρωθῆ ὁ τόμος μὲ τὶς ὑπογραφὲς καθενὸς ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἔκθεσι καὶ τὴν δημοσία ἀνάγνωσι τοῦ τόμου, ἔγινε ἕνα ἀξιομνημόνευτο θαῦμα πρὸς καύχησι ὅσων ἐπίστευσαν, πρὸς ἐντροπὴ δὲ τῶν ἀντιφρονούντων. Δύο ἀπὸ τοὺς ὁσίους Ἐπισκόπους, ὁ Χρύσανθος καὶ Μουσώνιος, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν ἀκόμη ὑπογράψει τὸν τόμον, συνέβη ἀπὸ πρόνοια Θεοῦ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτή.

Οἱ θεοφόροι, λοιπόν, Πατέρες ἀφοῦ ἦλθαν στὸν τόπον ὅπου εἶχαν τοποθετηθῆ τὰ λείψανα, σὰν νὰ εὑρίσκωνται μαζὶ τους καὶ νὰ ὑπακούουν στὰ λόγια τους, εἶπαν: - «Ὦ Πατέρες καὶ ἀδελφοί, τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγωνίσθητε μαζὶ μας, τὸν δρόμον τετελέκατε, τὴν πίστιν τετηρήκατε. Ἐάν, λοιπόν, κρίνετε ὡς θεάρεστα αὐτὰ ποὺ ἐγράφησαν στὸν τόμο, καὶ μάλιστα τώρα ποὺ ἔχετε καθαρωτέρα ἀντίληψι τῶν πραγμάτων, τὶ σᾶς ἐμποδίζει νὰ ὑπογράψετε καὶ σεῖς, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, μαζί μας;» Ἀφοῦ εἶπαν αὐτὰ οἱ Πατέρες καὶ ἐτοποθέτησαν τὸν τόμο σφραγισμένο κοντὰ στὰ λείψανα τῶν ὁσίων, ἀφιερώνουν ὅλην ἐκείνην τὴν νύκτα σὲ ἄγρυπνον προσευχὴν, ἐρχόμενοι δὲ τὴν ἐπαύριον ἐμπρὸς στὶς σορούς, καὶ ἐνῶ οἱ σφραγῖδες ἦσαν ἄθικτες, ἐξεδίπλωσαν τὸν ἅγιον τόμον, εὑρῆκαν δὲ μέσα καὶ τὶς ὑπογραφὲς τῶν δύο ὁσίων ἐπισκόπων. Ὅπως ὁμολογοῦν ὅλοι χωρὶς δισταγμό, ἀκόμη καὶ ἀλλόθρησκοι, στὴν χορείαν ἐκείνην τῶν ὁσίων Πατέρων παρευρίσκετο καὶ συνεργοῦσεν ἡ ὁμοούσιος Τριάς.

Αὐτὰ εἶναι τὰ χαρίσματα τῆς φιλοξενίας τῶν Πατέρων, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ παραστήσουν στοὺς αἰῶνες ποὺ ἔρχονται τὴν φροντίδα τους γιὰ τὴν Νίκαια. Αὐτοὶ ὡσὰν διαυγεῖς ποταμοὶ ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς Νικαίας, διηρέθησαν πορευόμενοι ὁ καθένας στὸ ποίμνιό του καὶ μεταφέροντας ἐκεῖ τὸν καρπὸ τῆς ἱερᾶς ἀποδημίας τους, τὸ σωτήριον τοῦ κόσμου Σύμβολον τῆς πίστεως.

Καὶ ἠξιώθησαν νὰ κοιμηθοῦν μακαρίως σὲ προχωρημένο γῆρας, ἀφοῦ κατελάμπρυναν τὸν δρόμον τῆς ἐπιγείου ζωῆς τους μὲ τὴν προκοπή τους στὴν ἀρετή. Ὁ δὲ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ φιλόδουλος εὐεργέτης, «ὁ δοξάζων τοὺς δοξάζοντας αὐτόν» ἠξίωσε καὶ τὶς ψυχὲς τους νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶναι ἀποθησαυρισμένα στοὺς οὐρανούς, δὲν ἄφησε ὅμως ἀστεφάνωτα καὶ τὰ πάναγνα σώματά τους• ἀλλὰ τοὺς ἐτίμησε καὶ διὰ μέσου αὐτῶν μὲ κάποιο παράδοξον θαῦμα ὡς λειτουργούς ἰδικούς του.

Διότι ἐπέτρεψεν ὁ θάνατός τους νὰ ἐπέλθη τόσον εἰρηνικά, ὅπως ὁ φυσικὸς ὕπνος• στὴν συνέχεια δὲ καὶ μέχρι τώρα τὰ σώματα τῶν Πατέρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχαν δεχθῆ τὴν θεία Χάρι, νὰ μείνουν στὴν ἐπαρχία τοῦ καθενὸς ἀδιάλυτα, ἄφθαρτα. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μαρτυροῦν τὸ γεγονός, οἱ ὁποῖοι τοὺς εἶδαν «ἰδίοις ὄμμασιν».

Ἀναφέρεται τό ἑξῆς θαυμαστόν μέ τόν Πατριάρχην Ἀλεξανδρείας καί Μάρτυρα Πέτρον, ὁ ὁποῖος, πρίν συσταθῆ ἡ Σύνοδος, εἶχεν ἀναθεματίσει τόν ῎Αρειον, καί καθόλου δέν τόν ἐδέχθη, οὔτε κἄν εἰς τόν καιρόν τοῦ μαρτυρίου του ἐσυγκατέβη νά τόν συγχωρήση ὁ δίκαιος, μολονότι τόν παρακαλοῦσαν ὅλοι του οἱ κληρικοί, αὐτήν τή νύκτα κατά τήν ὁποίαν ἤθελαν νά τόν ἀποκεφαλίσουν διά τόν Χριστόν οἱ εἰδωλολάτρες. ῞Ομως εἶπεν τά ἑξῆς πρός αὐτούς, πού τόν παρακαλοῦσαν. Μή θαυμάζετε, πού δέν θέλω νά συγχωρήσω τόν ῎Αρειον, γιατί ἐγώ εἶδον τόν Δεσπότην Χριστόν ὁλοφάνερα, καί ἐφόρει ἕνα χιτῶνα σχισμένον, καί ἐφαίνοντο οἱ σάρκες του• καί ἀφοῦ τόν ἐρώτησα• «ποιός Κύριε σοῦ ἔσχισεν τόν χιτῶνα•» ἀπεκρίθη• «ὁ ῎Αρειος, καί πρόσεχε νά μή τόν δεχθῆς, γιατί εἶναι κατακεκριμένος καί εἰς αὐτόν τόν αἰῶνα καί εἰς τόν μέλλοντα». Λοιπόν, μή τολμήση κανείς σας νά συγκοινωνήση μετ’ αὐτοῦ, ἐπειδή αὐτός ὁ Δεσπότης Χριστός τόν ἔχει ἀφωρισμένον καί ἀσυγχώρητον.

Μεταξύ τοῦ θείου ἐκείνου συλλόγου τῶν Πατέρων, ὁ ῞Αγιος Σπυρίδων ἐθριάμβευσεν, νικήσας τόν φλύαρον ἐφιλόσοφον, μέ τήν δύναμιν τῶν ἁπλουστάτων αὐτοῦ λόγων καί μέ τό θαῦμα τῶν τριῶν στοιχείων, τῆς κεραμίδος, ἤτοι τοῦ πηλοῦ, τοῦ ὕδατος καί τοῦ πυρός, εἰς τύπον τῆς Ζωαρχικῆς τριάδος.

Ἡ Σύνοδος ἀνεθεμάτισεν τόν ῎Αρειον ὡς Ἀντίχριστον καί ὅλους τούς ὁμόφρονές του, ὡς ἐχθρούς τῆς ἀληθείας, καί ἐκήρυξεν τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Πατρός ὁμοούσιον καί ὁμότιμον, Κτίστην ἁπάντων, καί ὄχι κτίσμα, ἀλλά Θεόν ἀληθινόν, προαιώνιον, ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα, καί Δεσπότην καί Κύριον, καθώς διαλαμβάνει τό ἅγιον Σύμβολον τῆς Πίστεως, τό ὁποῖον οἱ ῞Αγιοι 318 θεοφόροι Πατέρες συνέταξαν, πεφωτισμένοι ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τήν ἑορτήν αὐτήν πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία, καί τούς ὀρθοδόξους Πατέρες, πού ἠγωνίσθησαν διά τήν ὀρθόδοξον Πίστιν μας καί εὐσέβειαν, μνημονεύει εὐχαρίστως καί εὐφημίζει• τόν δέ ῎Αρειον, Σαβέλλιον καί τούς λοιπούς αἱρετικούς καί κακόφρονας, ἀναθεματίζει.

῎Ας φυλάξωμεν ἀπαρασάλευτα, ὅσα δόγματα καί διδάγματα μᾶς ἐκύρωσαν τοῦτοι οἱ μακάριοι Πατέρες, τά δέ βλάσφημα ἄς μισήσωμεν. Γιατί αὐτή εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή• μέ τόν λογισμόν νά γνωρίζωμεν, μέ τήν καρδίαν νά πιστεύωμεν, καί μέ τό στόμα νά ὁμολογῶμεν τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἀπό τόν ὁποῖον ἐγνωρίσαμε τόν Πατέρα, καί τό ζωοποιόν καί ῞Αγιον Πνεῦμα εἰς ἡμᾶς ἐπεδήμησεν. Ἀμήν.

Τῇ Κυριακῇ τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συνελθόντων.

 








ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ

Εἰς τό, Κύριε ἐκέκραξα, ἱστῶμεν Στίχους ι' καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ Ἀναστάσιμα τῆς Ὀκτωήχου γ' καὶ Ἀνατολικὰ γ' καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων τὰ παρόντα δ' προσόμοια.
Στιχηρὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων
Ἦχος πλ. β'
Ὅλην ἀποθέμενοι ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Σὲ τὸν ἀπερίγραπτον, καὶ ἀνερμήνευτον Λόγον, σάρκα χρηματίσαντα, δι' ἡμᾶς φιλάνθρωπε ἀνεκήρυξε, τὸ σεπτὸν σύστημα, τῶν σοφῶν Πατέρων, Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον, διπλοῦν ταῖς φύσεσι, καὶ ταῖς ἐνεργείαις ὑπάρχοντα, διπλοῦν καὶ ταῖς θελήσεσιν, ἕνα τὸν αὐτὸν καθ' ὑπόστασιν· ὅθεν σὺν Πατρί τε, καὶ Πνεύματι γινώσκοντες Θεόν, ἕνα πιστῶς προσκυνοῦμέν σε, τούτους μακαρίζοντες.
Ἦχος πλ. β'
Πύρρον τε καὶ Σέργιον, καὶ τὸν Ὀνώριον ἅμα, Εὐτυχῆ Διόσκορον, καὶ δεινὸν Νεστόριον κατεστρέψατε, τῶν κρημνῶν ἔνδοξοι, τὸ Χριστοῦ ποίμνιον, ἑκατέρων διασώσαντες, διπλοῦν ταῖς φύσεσιν, ἵνα τὸν Χριστὸν καθ' ὑπόστασιν, λαμπρῶς ἀνακηρύξαντες, μόναις ἐνεργείαις δεικνύμενον· ὃν καὶ προσκυνοῦντες, ὡς ἄνθρωπον, καὶ τέλειον Θεόν, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, νῦν ὑμᾶς δοξάζομεν.
Ἦχος πλ. β'
Ἄκτιστον ἐκήρυξαν, οἱ θεοφόροι συμφώνως, τὴν θείαν ἐνέργειαν, καὶ τὴν θείαν θέλησιν τοῦ πτωχεύσαντος, τὸν ἐμὸν ἄνθρωπον, τῇ σαρκὶ νείμαντες, τὸ κτιστόν τῆς ἐνεργείας τε, καὶ τῆς θελήσεως, φύσεως φυγόντες τὴν σύγχυσιν, ἐμφρόνως οἱ μακάριοι, ὑποστατικήν τε διαίρεσιν, οὓς ἐν ἐτησίοις, τιμῶντες οἱ πιστοὶ ταῖς ἑορταῖς, Χριστὸν συμφώνως δοξάζομεν, τὸν αὐτοὺς δοξάσαντα.
Ἦχος πλ. β'
Τριάδα τὴν ἄκτιστον, οἱ θεοφόροι Πατέρες, Θεὸν ἕνα Κύριον, ὁμοφρόνως σήμερον ἀνεκήρυξαν, τὸ ἁπλοῦν ἅπασι, τῆς μιᾶς φύσεως, καταλλήλως ὑποδείξαντες, κοινῷ θελήματι, καὶ τῆς ἐνεργείας ἁπλότητι, ἄναρχον ἀτελεύτητον, τοῦτον διὰ πάντων γνωρίσαντες· ὅθεν ἀνυμνοῦμεν, αὐτοὺς ὡς Ἀποστόλων μιμητάς, καὶ τὸ ἐκείνων διδάξαντας, πάντας Εὐαγγέλιον.
Δοξαστικόν
Ἦχος πλ. β'
Τὰς μυστικὰς σήμερον τοῦ Πνεύματος σάλπιγγας, τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀνευφημήσωμεν, τοὺς μελῳδήσαντας ἐν μέσῳ τῆς ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας, Τριάδα μίαν ἀπαράλλακτον, οὐσίαν τε καὶ Θεότητα, τοὺς καθαιρέτας τῆς πλάνης, καὶ ὀρθοδόξων προμάχους, τοὺς πρεσβεύοντας πάντοτε Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχάς ἡμῶν.

Γενέσεως τὸ Ἀνάγνωσμα
(Κεφ. 14, 14-20)

Ἀκούσας Ἄβραμ, ὅτι ᾐχμαλώτευται Λὼτ ὁ ἀδελφιδοῦς αὐτοῦ, ἠρίθμησε τοὺς ἰδίους οἰκογενεῖς αὐτοῦ, τριακοσίους δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ κατεδίωξεν ὀπίσω αὐτῶν ἕως Δάν, καὶ ἐπέπεσεν ἐπ' αὐτοὺς τὴν νύκτα αὐτός, καὶ οἱ Παῖδες αὐτοῦ μέτ' αὐτοῦ καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς ἕως Χοβάλ, ἣ ἐστιν ἐν ἀριστερᾷ Δαμασκοῦ. Καὶ ἀπέστρεψε πᾶσαν τὴν ἵππον Σοδόμων, καὶ Λὼτ τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ ἀπέστρεψε, καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ τὰς γυναῖκας, καὶ τὸν λαόν. Ἐξῆλθε δὲ βασιλεὺς Σοδόμων εἰς συνάντησιν αὐτῷ ὁ μετὰ τὸ ὑποστρέψαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς κοπῆς τοῦ Χοδολλογόμορ καὶ τῶν βασιλέων τῶν μέτ' αὐτοῦ, εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Σαβῆ· τοῦτο ἦν πεδίον Βασιλέως, καὶ Μελχισεδέκ, βασιλεὺς Σαλήμ, ἐξήνεγκεν ἄρτους καὶ οἶνον, ἦν δὲ Ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, καὶ εὐλόγησε τὸν Ἄβραμ, καὶ εἶπεν· Εὐλογημένος Ἄβραμ τῷ Θεῷ τῷ Ὑψίστῳ, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Καὶ εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ Ὕψιστος, ὃς παρέδωκε τοὺς ἐχθρούς σου ὑποχειρίους σοι.

Δευτερονομίου τὸ Ἀνάγνωσμα
(Κεφ. 1, 8-11, 15-17)

Εἶπε Μωσῆς πρὸς τοὺς υἱούς, Ἰσραὴλ· ἴδετε, παρέδωκα ἐνώπιον ὑμῶν τὴν γῆν, εἰσελθόντες κληρονομήσατε τὴν γῆν, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ὑμῶν, τῷ Ἀβραάμ καὶ τῷ Ἰσαὰκ καὶ τῷ Ἰακώβ, δοῦναι αὐτοῖς καὶ τῷ σπέρματι αὐτῶν μετ' αὐτούς. Καὶ εἶπον πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, λέγων· οὐ δυνήσομαι μόνος φέρειν ὑμᾶς. Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐπλήθυνεν ὑμᾶς, καὶ ἰδοὺ ἐστε σήμερον ὡσεὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει. Κύριος ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ὑμῶν προσθείη ὑμῖν, ὡς ἐστὲ χιλιοπλασίως, καὶ εὐλογῆσαι ὑμᾶς, καθότι ἐλάλησεν ὑμῖν. Καὶ ἔλαβον ἐξ ὑμῶν ἄνδρας σοφούς, καὶ ἐπιστήμονας, καὶ συνετούς, καὶ κατέστησα αὐτοὺς ἡγεῖσθαι ἐφ' ἡμῶν, χιλιάρχους καὶ ἑκατοντάρχους, καὶ πεντηκοντάρχους, καὶ δεκάρχους, καὶ γραμματοεισαγωγεῖς τοῖς κριταῖς ὑμῶν. Καὶ ἐνετειλάμην τοῖς κριταῖς ὑμῶν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, λέγων· Διακούετε ἀναμέσον τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν, καὶ κρίνατε δικαίως ἀναμέσον ἀνδρὸς καὶ ἀναμέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ προσηλύτου αὐτοῦ. Οὐκ ἐπιγνώσει πρόσωπον ἐν κρίσει, κατὰ τὸν μικρὸν καὶ κατὰ τὸν μέγα κρινεῖς, οὐ μὴ ὑποστείλῃ πρόσωπον ἀνθρώπου, ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἐστι.

Δευτερονομίου τὸ Ἀνάγνωσμα
(Κεφ. 10, 14-21)

Εἶπε Μωσῆς πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ· ἰδού, Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ὁ οὐρανός, καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ, ἡ γῆ καὶ πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτῇ. Πλὴν τοὺς πατέρας ὑμῶν προείλετο Κύριος ἀγαπᾶν αὐτούς, καὶ ἐξελέξατο τὸ σπέρμα αὐτῶν μέτ' αὐτούς, ὑμᾶς παρὰ πάντα τὰ ἔθνη, κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην. Καὶ περιτεμεῖσθε τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν, καὶ τὸν τράχηλον ὑμῶν οὐ σκληρυνεῖτε ἔτι· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, οὗτος Θεὸς τῶν Θεῶν, καὶ Κύριος τῶν Κυρίων, ὁ Θεὸς ὁ μέγας, καὶ ἰσχυρός, καὶ φοβερός, ὃστις οὐ θαυμάζει πρόσωπον, οὐδ' οὐ μὴ λάβῃ δῶρον. Ποιῶν κρίσιν προσηλύτῳ καὶ ὀρφανῷ καὶ χήρᾳ, καὶ ἀγαπᾷ τὸν προσήλυτον, δοῦναι αὐτῷ ἄρτον καὶ ἱμάτιον. Κύριον τὸν Θεόν σου φοβηθήσῃ, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις, καὶ πρὸς αὐτὸν κολληθήσῃ, καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ὀμῇ. Αὐτὸς καύχημά σου, καὶ αὐτὸς Θεός σου, ὅστις ἐποίησέ σοι τὰ μεγάλα καὶ τὰ ἔνδοξα ταῦτα, ἃ εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου.

Ἀπόστιχα
Δοξαστικόν

Ἦχος γ'
Ἀποστολικῶν παραδόσεων, ἀκριβεῖς φύλακες γεγόνατε, Ἅγιοι Πατέρες· τῆς γὰρ Ἁγίας Τριάδος τὸ ὁμοούσιον, ὀρθοδόξως δογματίσαντες, Ἀρείου τὸ βλάσφημον συνοδικῶς κατεβάλετε. Μεθ' ὃν καὶ Μακεδόνιον πνευματομάχον ἀπελέγξαντες, κατεκρίνατε Νεστόριον, Εὐτυχέα καὶ Διόσκορον, Σαβέλλιόν τε, καὶ Σεβῆρον τὸν Ἀκέφαλον. Ὧν τῆς πλάνης αἰτήσασθε ῥυσθέντας ἡμᾶς, ἀκηλίδωτον ἡμῶν τὸν βίον, διατηρεῖν ἐν τῇ πίστει δεόμεθα.

Ἀπολυτίκιον τῶν Πατέρων
Ἦχος πλ. δ' ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ὑπερδεδοξασμένος εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι' αὐτῶν πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν, πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας, Πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Οἱ δύο Κανόνες τῶν Πατέρων ὧν ὁ πρῶτος ἔχει Ἀκροστιχίδα.
Πλάνης ἀνυμνῶ δεξιοὺς καθαιρέτας.
Ἐν δὲ τοῖς Θεοτοκίοις,
Φιλόθεος.

ᾨδὴ α'

Ἦχος α'
Σοῦ ἡ τροπαιοῦχος ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Πλάνης καθαιρέτας δεξιούς, νῦν ἀνυμνῆσαι προθέμενος Δέσποτα, χάριν τὴν σὴν ἄνωθεν, τὴν πανσθενῆ καλῶ καὶ τὴν ἐνέργειαν· δεξιὰ γὰρ ὄντως, σὺ τοῦ Πατρὸς τε καὶ δύναμις.

Λόγοις Προφητῶν τῶν ἱ ερῶν, Εὐαγγελίων τε νόμοις ἑπόμενοι, τοῦ Θεοῦ τὸ ἄγνωστον, καὶ τὸ γνωστὸν σαφῶς ἡμᾶς ἐδίδαξαν, οἱ σοφοὶ Πατέρες, τῆς πλάνης πάντας ῥυσάμενοι.

Ἄνωθεν χορὸς προφητικός, καί, Ἀποστόλων ὁ θεῖος κατάλογος, ἕνα τρισυπόστατον, Θεὸν τρανῶς καὶ πανσθενῆ ἐδίδαξαν, ὃν σεπτοὶ Πατέρες, σαφῶς ἡμῖν ἐξεκάλυψαν.

Νόμοις πειθαρχοῦντες θεϊκοῖς, οἱ θεοφόροι Πατέρες ἐδίδαξαν, κατ' οὐσίαν ἄγνωστον, τὸν ποιητὴν ἁπάντων χρηματίζοντα, ἐνεργείαις μόναις, καλῶς νοεῖσθαι τοῖς βλέπουσι.
Θεοτοκίον
Φῶς τὸ τριλαμπὲς θεουργικῶς, ἐν τῇ γαστρί σου χωρήσασα Δέσποινα, τὰς καρδίας φώτισον, ὡς ἀγαθὴ τῶν εὐσεβῶς ὑμνούντων σε· φῶς γὰρ σὺ καὶ δόξα, καὶ σωτηρία αἰώνιος.

Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β', ᾨδὴ α'
Ἦχος πλ. δ'
Ἁρματηλάτην Φαραὼ ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἡ τῶν Πατέρων, εὐσεβὴς ὁμήγυρις, ἡ κροτηθεῖσα ποτέ, κατ' Εὐτυχοῦς ὄντως, τὸν Σωτῆρα ὥρισεν, ἀδιαιρέτοις φύσεσιν, ἐν δυσὶ τοῖς τοῦ θείου Πατρὸς Κυρίλλου διδάγμασι, βαίνουσα σαφῶς καὶ ἐμμένουσα.

Ἑξακοσίων, ὁ ἀριθμὸς τριάκοντα, εὐσεβεστάτων ἀνδρῶν, τὴν Εὐτυχοῦς πλάνην, καὶ Σεβήρου αἵρεσιν, καταβαλόντες ἔφασαν. Ἐν δυσὶ ταῖς οὐσίαις, Χριστὸν κηρύττομεν, βαίνοντες ἔπεσι Κυρίλλου τοῦ μάκαρος.

Ὁ μὴ κηρύττων, ἐν δυσὶ ταῖς φύσεσι, καὶ ἐνεργείαις Χριστόν, τὸν τοῦ Πατρὸς Λόγον, σχοίη τὸ ἀνάθεμα· ἡ γὰρ τετάρτη Σύνοδος, τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐμφρόνως οὕτως ἐθέσπισε. Πάντες οὖν αὐτοὺς μακαρίσωμεν.
Θεοτοκίον
Δεδοξασμένα, περὶ σοῦ λελάληνται, ἐν γενεαῖς γενεῶν, ἡ τὸν Θεὸν Λόγον, ἐν γαστρὶ χωρήσασα, ἁγνὴ δὲ διαμείνασα, Θεοτόκε Μαρία· διὸ σε πάντες γεραίρομεν, τὴν μετὰ Θεὸν προστασίαν ἡμῶν.
Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἀνοίξω τὸ στομα μου, καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος, καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ Βασιλίδι Μητρί, καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων, καὶ ᾄσω γηθόμενος, ταύτης τὰ θαύματα.

Κανών τῶν Πατέρων α', ᾨδὴ γ'
Ἦχος α'
Ὁ μόνος εἰδὼς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἡ πρώτη πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἡ χάρις ἡ τοῦ Πνεύματος, ὡς ποταμοὺς ὑμᾶς ἀνεστόμωσε, τὴν πλάνην Ἔνδοξοι κατασύροντας, καὶ πιστοὺς ποτίζοντας, εὐσεβείας νάματα, Προφητῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα.

Σέργιον καὶ Πύρρον τοὺς δεινούς, προστάτας τῆς αἱρέσεως, Παῦλον καὶ Πέτρον καὶ τὸν Θεόδωρον, γενναίως ἅμα Σοφοὶ καθείλετε, τὴν σεπτὴν στηρίξαντες, Ἐκκλησίαν ἔνδοξοι, Ἀποστόλων Πατέρων τοῖς δόγμασιν.

Ἀνάρχου Θεότητος τρανῶς, ἐνέργειαν συνάναρχον, οἱ θεοφόροι ἀνακηρύξαντες, κτιστὴν ἐδίδαξαν τὴν ἐνέργειαν, τοῦ κτιστοῦ προσλήμματος, ἐν διπλόῃ φύσεων, Υἱόν ἕνα Χριστὸν καταγγείλαντες.
Θεοτοκίον
Ἰδεῖν οἱ ποθοῦντες τὰς αὐγάς, τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος, καὶ τὴν ἀνέσπερον θείαν ἔλλαμψιν, πηγῇ προσδράμωμεν τῇ τῆς χάριτος, τῇ μητρὶ τοῦ κτίσαντος· ἐν αὐτῇ γὰρ ἅπαντα τοῖς πιστοῖς χορηγεῖται τὰ βέλτιστα.

Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β', ᾨδὴ γ'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ στερεώσας κατ' ἀρχὰς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Οἱ τῆς Σεβήρου ἀναιδῶς ἐναβρυνόμενοι λόγοις, τοῖς ἰοῦ θανατηφόρου ἐμπλέοις, καταισχύνθητε ἀεί, ἀποχωροῦντες ἅπαντες, τῆς Ἐκκλησίας ὥσπερ λύκοι καὶ κύνες ἁρπάκτορες.

Οἱ θιασῶται καὶ πιστοί, τὸν παντουργὸν καὶ Σωτῆρα, ἐν δυσὶν ἀδιαιρέτοις οὐσίαις, καὶ θελήσεσι διτταῖς, καὶ ἐνεργείαις σέβομεν, τὴν τοῦ Σεβήρου πλάνην· ὅθεν εἰς τέλος τροπούμεθα.

Δεῦτε Σεβήρου Εὐτυχοῦς, καὶ Ἰακώβου τὴν πλάνην, Θεοδώρου Διοσκόρου σὺν τούτοις, ἀποθώμεθα τρανῶς, τὴν δὲ τετάρτην Σύνοδον, τῶν εὐσεβῶν Πατέρων, μέλψωμεν θείοις ἐν ᾄσμασι.
Θεοτοκίον
Τῶν Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ, ἐδείχθης ὑψηλοτέρα, Θεοτόκε· σὺ γὰρ μόνη ἐδέξω, τὸν ἀχώρητον Θεόν, ἐν σῇ γαστρὶ ἀμόλυντε· διὸ πιστοὶ σε πάντες, ὕμνοις ἁγνὴ μακαρίζομεν.
Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους, Θεοτόκε, ἡ ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον· καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου, στεφάνων δόξης ἀξίωσον.

Κάθισμα
Ἦχος δ'
Ταχὺ προκατάλαβε ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Φωστῆρες ὑπέρλαμπροι, τῆς ἀληθείας Χριστοῦ, τῷ κόσμῳ ἐδείχθητε, ἐπὶ τῆς γῆς ἀληθῶς, Πατέρες μακάριοι, τήξαντες τὰς αἱρέσεις, τῶν δυσφήμων γλωσσάλγων, σβέσαντες τὰς φλογώδεις, τῶν βλασφήμων συγχύσεις· διὸ ὡς Ἱεράρχαι Χριστοῦ, πρεσβεύσατε σωθῆναι ἡμᾶς.
Θεοτοκίον
Ταχὺ δέξαι Δέσποινα, τὰς ἱκεσίας ἡμῶν, καὶ ταύτας προσάγαγε, τῷ σῷ Υἱῷ καὶ Θεῷ, Κυρία πανάμωμε· λῦσον τὰς περιστάσεις, τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων, πράϋνον μηχανάς τε, καὶ κατάβαλε θράσος, τῶν ὁπλιζομένων ἀθέων κατὰ τῶν δούλων σου.

Κανών τῶν Πατέρων α', ᾨδὴ δ'
Ἦχος α'
Ὄρος σε τῇ χάριτι ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Νόμους τοὺς τοῦ Πνεύματος, μελέτην ποιούμενοι, τοὺς πρακτικοὺς νόμους Σοφοί, καταπεμφθέντας πρὸς ὑμᾶς, ἐκ Ῥώμης ἐδέξασθε, καὶ ἀναπτύξαντες φωτὶ τῷ τοῦ Πνεύματος, τὴν Ἐκκλησίαν καλῶς ἐστηρίξατε.

Ὕμνοις καταστέψωμεν, τὴν θείαν ὁμήγυριν θεοφόρων οἱ πιστοί· τῶν, τὸν σαρκωθέντα Λόγον γάρ, Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον, ταῖς ἐνεργείαις ἅμα καὶ τοῖς θελήμασι, τοῖς καταλλήλοις ἡμῖν ἀνεκήρυξαν.

Μέγιστα φυσώμενον, Ὁνώριον πάνσοφοι, ἐπὶ τῷ θρόνῳ καὶ ἀρχῇ, Ῥώμης ποτὲ τῆς παλαιᾶς, καλῶς κατεστρέψατε, καὶ μετὰ τέλος τοῦτον ἀποκηρύξαντες, ὡς τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ θρόνου ἀνάξιον.
Θεοτοκίον
Λόγον ἐνυπόστατον, Παρθένε γεννήσασα, Θεοῦ καὶ φῶς ἀληθινόν, τοὺς ὀφθαλμούς μου τῆς ψυχῆς, διάνοιξον δέομαι, καὶ τῆς ἐκεῖθεν αἴγλης μέτοχον ποίησον· σὺ γὰρ μεσῖτις αὐτοῦ τε καὶ πρύτανις.

Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β', ᾨδὴ δ'
Ἦχος πλ. δ'
Σύ μου Χριστὲ Κύριος ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Φράσον ἡμῖν, ἄφρον Σεβῆρε καὶ μάταιε, μίαν φύσιν, σύνθετον τὸν ἄναρχον, φῶς τοῦ Πατρὸς Λόγον καὶ Υἱόν· εἰ γὰρ οὕτως εἴποις, καὶ ἄλλην φύσιν ἐσήμανας· ἡ σάρξ γὰρ καὶ ὁ Λόγος, οὐχὶ μία οὐσία, ἀλλὰ δύο ὑπάρχουσιν ἄθλιε.

Μίαν εἰπών, φύσιν τοῦ Λόγου ἐπήγαγε, σαρκωθεῖσαν, φύσιν ἀνθρωπότητος, ἄνευ τροπῆς, ὅλως καὶ φυρμοῦ, ὁ Ἀλεξανδρέων, διδάσκαλός τε καὶ πρόεδρος, τρανῶς τάς δύο φύσεις, καὶ θελήσεις διδάσκων, τοὺς φρονεῖν ὀρθοδόξως ἐθέλοντας.

Δύο Χριστοῦ, ἅπαντες φύσεις κηρύττομεν, ἀσυγχύτως, πᾶσαν τὴν δυσσέβειαν, τοῦ Εὐτυχοῦς, ἄρδην οἱ πιστοί, καὶ τοῦ Διοσκόρου, τοῦ ἄφρονος στηλιτεύοντες, ἑπόμενοι τῷ ὅρῳ, τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ Κυρίλλου τοῦ θείου τοῖς ἔπεσι.
Θεοτοκίον
Χερουβικόν, ὄχημα σὺ Θεομῆτορ ἁγνή, σὺ χωρίον, σὺ καὶ ἐνδιαίτημα, τοῦ πατρικοῦ, Λόγου καὶ Θεοῦ, τοῦ ἐκ σῶν ἀχράντων, λαγόνων σάρκα φορέσαντος· διὸ διτταῖς οὐσίαις, τὸν ἐκ σοῦ σαρκωθέντα, προσκυνοῦντες ἀπαύστως δοξάζομεν.
Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Τὴν ἀνεξιχνίαστον θείαν βουλήν, τῆς ἐκ τῆς Παρθένου σαρκώσεως, σοῦ τοῦ Ὑψίστου, ὁ Προφήτης, Ἀββακούμ, κατανοῶν ἐκραύγαζε· Δόξα τῇ δυνάμει σου Κύριε.

Κανών τῶν Πατέρων α', ᾨδὴ ε'
Ἦχος α'
Ὁ φωτίσας τῇ ἐλλάμψει ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Νομοθέτας θεοφόροι Χριστὸς ὑμᾶς ἔδειξεν, ὁδηγοῦντας ὡς Μωσῆς, Ἰσραὴλ νέον ἄριστα, Φαραὼ τὸν ἔχθιστον, βυθῷ δεινῷ τῆς ἀπωλείας, ὥσπερ ἐκεῖνος ποντίσαντας.

Ὡς καλλίστη καὶ λαμπρὰ τῶν Πατέρων ἡ Σύνοδος· τὸν ἁπλοῦν γάρ, Ἰησοῦν ἐκμαθοῦσα καὶ σύνθετον, ὡς Θεὸν καὶ ἄνθρωπον, διπλᾶς αὐτοῦ τὰς ἐνεργείας, πᾶσι κηρύττει τοῖς πέρασι.

Δῶρον θεῖον τὰς ἐκ Ῥώμης γραφὰς λογισάμενοι, ἐπ' ἐκείναις εὐσεβείας τὸν πύργον ἐστήριξαν, οἱ σοφοὶ Διδάσκαλοι, διττὰς Χριστοῦ τὰς ἐνεργείας, ὡς καὶ τάς φύσεις κηρύξαντες.

Ἐξηλέγχθη Παῦλος Πέτρος ὁμοῦ καὶ Θεόδωρος, σὺν τῷ Πύρρῳ καὶ Σεργίῳ, Ὁνώριος σύγχυσιν τοῦ Χριστοῦ τῶν φύσεων, τῆς ἐνεργείας τῇ συγχύσει, κατασκευάζοντες αἴσχιστα.
Θεοτοκίον
Ὅλη Κόρη φωτισμὸς σὺ ὑπάρχεις καὶ ἔλλαμψις, τοῦ ἀδύτου φωτισμοῦ χρηματίσασα τέμενος· διὰ τοῦτο δέομαι, φωτὶ τῷ σῷ Θεογεννῆτορ, ψυχῆς τὰς κόρας μου φώτισον.

Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β', ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. δ'
Ἵνα τὶ με ἀπώσω ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ὦ Σεβῆρε τὰς φύσεις, τοῦ Χριστοῦ μὴ συγχέῃς δεινῶς παράνομε· οἱ γὰρ θιασῶται, καὶ παμμάκαρες πάντες Διδάσκαλοι, ἐν δυσὶν οὐσίαις, καὶ ἐν ἑνὶ Χριστὸν προσώπῳ, καταγγείλαντες πᾶσιν ἐξέθεντο.

Προσελάβετο φύσιν, τὴν τῆς ἀνθρωπότητος σαφῶς ὁ ἄναρχος, τοῦ Πατρὸς ὁ Λόγος, ὡς φιλάνθρωπος, θέλων οἰκτῖραι ἡμᾶς, τοὺς ἀπολωλότας· ὅθεν αὐτὸν ἀνακηρύττω, ἐν οὐσίαις δυσὶ καὶ θελήμασι.

Τὸν Σεβῆρον καθεῖλεν, ἡ τετάρτη Σύνοδος καὶ τὸν Διόσκορον, Χριστὸν βλασφημοῦντας, βεβαιοῦσα τὸν τόμον τοῦ Λέοντος, τοῦ Προέδρου Ῥώμης, πάνυ καλῶς τὰς δύο φύσεις, τοῦ Σωτῆρος ἀτμήτως ὁρίζοντα.
Θεοτοκίον
Μητρικὴν παρρησίαν, τὴν πρὸς τὸν Υἱόν σου κεκτημένη Πάναγνε, συγγενοῦς προνοίας, τῆς ἡμῶν μὴ παρίδῃς δεόμεθα, ὅτι σὲ καὶ μόνην, Χριστιανοὶ πρὸς τὸν Δεσπότην, ἱλασμὸν εὐμενῆ προβαλλόμεθα.
Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου· σὺ γὰρ ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἔσχες ἐν μήτρᾳ, τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν, καὶ τέτοκας ἄχρονον Υἱόν, πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσί σε, σωτηρίαν βραβεύοντα.

Κανών τῶν Πατέρων α', ᾨδὴ ς'
Ἦχος α'
Σπλάγχνων Ἰωνᾶν ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ξένην καὶ καινήν, σύγχυσιν τῶν φύσεων, Χριστοῦ τὸ δεινὸν ὄντως συνέδριον, ἐξηρεύξαντο, τὰς διττὰς ἐνεργείας συγχέαντες, εἰς ἐνέργειαν τὴν μίαν καὶ ἀλλόκοτον, ἥνπερ ὀρθοδόξων πλήρωμα, ἱερῶν περιβόλων ἀπήλασεν.

Ἴνα τὸν δεινόν, ἐκφύγῃ Νεστόριον, δυάδα υἱῶν κακῶς εἰσάγοντα, τὸ συνέδριον, τὸ τῆς πλάνης ἐκ βόθρου εἰς βάραθρον, ἐξωλίσθησε θελήσεων καὶ φύσεων, μάτην δογματίζον σύγχυσιν, ἀλλὰ θείοις Πατράσι διήλεγκται.

Ὅνπερ τῷ Πατρί, Υἱὸν ὁμοούσιον, Πατέρες τὸ πρὶν τρανῶς ἐκήρυξαν, σὺν τῷ Πνεύματι, Διδασκάλων ἐνθέων ὁ σύλλογος, ἐνεργείαις θεϊκαῖς πάντας ἐδίδαξαν, μίαν φυσικὴν γνωρίσαντες, τὴν ἐνέργειαν ἅμα καὶ θέλησιν.

Ὑποστατικήν, φρονοῦντες τὴν θέλησιν, εἰσῆγον κακῶς σὺν ταῖς θελήσεσι, καὶ τὰ πρόσωπα, τῶν θελόντων τῆς πλάνης οἱ πρόμαχοι, οὕσπερ κάλλιστα Πατέρες ἐξελέγξαντες, φύσει συμφυῆ διδάσκουσι, τὴν κατάλληλον ταύτης ἐνέργειαν.
Θεοτοκίον
Θύρα θεϊκῆς, ἀκτῖνος σὺ Δέσποινα, πηγή τε φωτός, ἀδύτου γέγονας· τὸ γὰρ πλήρωμα, τῆς Θεότητος ἅπαν ἐσκήνωσεν, ἀπορρήτως ἐν τῇ μήτρᾳ σου πανάμωμε, οὗπερ φυσικὴν ἐνέργειαν, καὶ τὴν αἴγλην βραβεύεις τοῖς χρῄζουσιν.

Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β', ᾨδὴ ς'
Ἦχος πλ. δ'
Ἱλάσθητί μοι Σωτὴρ ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Αἱ δύο ἐπιστολαί, Κυρίλλου αἱ πρὸς τὸν Σούκενσον, ἀποσταλεῖσαι ποτέ, Ἑῴας τὸν πρόεδρον, ἐλέγχουσιν ἅπασαν, τὴν Σεβήρου πλάνην, εὐσεβῶς Χριστὸν κηρύττουσαι.

Ὁ Κύριλλος τὸν Χριστόν, κηρύττει ἐν δύο φύσεσι, καὶ ἐνεργείαις διτταῖς, Σεβήρου τὴν αἵρεσιν, τοῦ ἄνου τρεπόμενος· διὸ πάντες τούτου, τοῖς διδάγμασιν ἐμμένομεν.
Θεοτοκίον
Παρθένον σε καὶ ἁγνήν, Θεογεννήτορα ἔνδοξον, Μαρία οἱ εὐσεβεῖς, κυρίως κηρύττομεν, ἐμφράττοντες δύσφημον Νεστορίου στόμα, Διοσκόρου τε κακόνοιαν.
Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Τὴν θείαν ταύτην καὶ πάντιμον, τελοῦντες ἑορτὴν οἱ θεόφρονες, τῆς Θεομήτορος, δεῦτε τὰς χεῖρας κροτήσωμεν, τὸν ἐξ αὐτῆς τεχθέντα Θεὸν δοξάζοντες.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ'
Αὐτόμελον ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα Μυστήριον.
Ὁ Οἶκος
Ἐν ὑψηλῷ κηρύγματι τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας ἀκούσωμεν βοώσης, ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω, ὁ κρατήρ, ὃν φέρω, κρατὴρ ἐστι τῆς σοφίας. Τοῦτο τὸ πόμα ἀληθείας λόγῳ κεκέρακα, ὕδωρ οὐ προχέω ἀντιλογίας, ἀλλ' ὁμολογίας, ἧς πίνων ὁ νῦν Ἰσραήλ, Θεὸν ὁρᾷ φθεγγόμενον. Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι αὐτὸς ἐγὼ εἰμι, καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι. Ἐγὼ Θεὸς πρῶτος, ἐγὼ καὶ μετὰ ταῦτα, καὶ πλήν μου ἄλλος οὐκ ἔστιν ὅλως. Ἐντεῦθεν οἱ μετέχοντες πλησθήσονται, καὶ αἰνέσουσι τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον.

Συναξάριον

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμην ἐπιτελοῦμεν τῶν Ἁγίων ἑξακοσίων τριάκοντα θεοφόρων Πατέρων τῆς ἐν Χαλκηδόνι Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς τετάρτης Συνόδου.
Στίχοι
- Πόλου νοητοῦ ἀστέρες σελασφόροι,
- Ἀκτῖσιν ὑμῶν φωτίσατέ μοι φρένας.


Ταῖς τῶν ἁγίων Πατέρων πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Κανών τῶν Πατέρων α', ᾨδὴ ζ'
Ἦχος α'
Σὲ νοητὴν Θεοτόκε ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Σὲ τὸν Υἱόν, τοῦ Θεοῦ καὶ ἄνθρωπον, κατανοήσαντες χοροί, θεολόγων Δέσποτα πρίν, κόσμῳ σε ἐκήρυξαν, διπλοῦν ταῖς θελήσεσι, καὶ ἐνεργείαις φιλάνθρωπε, σοῦ τὸ διπλοῦν ἑκατέρων, τῶν φύσεων πιστούμενοι.

Κόσμος λαμπρός, Ἐκκλησίας ὤφθητε· τῶν Ἀποστόλων γὰρ καλῶς, ἐκδεξάμενοι τοὺς θεσμούς, πάντας ἐδιδάξατε, λόγον τὸν τῆς πίστεως, τριαδικὸν ἕνα Κύριον, δημιουργόν ἐνεργόν, θελητικὸν παντοδύναμον.

Ἄκτιστον φῶς, καὶ ζωὴν ἀθάνατον, κατανοήσαντες Θεόν, ὑπὲρ ταῦτα τοῦτον καλῶς, πᾶσιν ἐκηρύξατε, φύσεως κατώτερα, τὰ φυσικὰ ἰδιώματα, τὰ συμφυῆ ἐγνωκότες ὁμοῦ καὶ ἀδιαίρετα.

Θείου φωτός, ἀστραπὰς ἐξέπεμψεν, ὑμᾶς εἰς κόσμον ὁ Χριστός, τοὺς τῆς πλάνης δημιουργούς, ἄρδην καταφλέγοντας, πᾶσαν δὲ φωτίζοντας, τὴν Ἐκκλησίαν μακάριον, τὸν αἰνετὸν ἀνυμνοῦντας, Θεὸν καὶ παντοδύναμον.
Θεοτοκίον
Ἔλαμψε φῶς, ὁ Χριστὸς ἀνέσπερον, ἐκ σῆς νηδύος προελθών, καὶ τὸν κόσμον ἔσωσε πρίν, ὁ ὑπερυψούμενος, ὄνπερ καθικέτευε, Θεογεννῆτορ φωτίσαι μου, τῆς σκοτισθείσης καρδίας, τὰ νοούμενα ὄμματα.

Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β', ᾨδὴ ζ'
Ἦχος πλ. δ'
Θεοῦ συγκατάβασιν ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Δυσὶ μὲν ἐν φύσεσι, καὶ ἐνεργείαις ὁμολογοῦντες Χριστόν, ἀσυγχύτως ἀτρέπτως, τὴν τοῦ Σεβήρου πλάνην τροπούμεθα· ὅθεν τὸ πάθος προσλήψει ὑποίσαντι σαρκός, βοῶμεν αὐτῷ· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Ἕνα ἐπιστάμεθα, τὸν ἐπὶ ξύλου καὶ ἐν τοῖς κόλποις Πατρός, ὡς Θεὸν ἐν ὑψίστοις, καὶ ἐν μνημείῳ ὡς συνημμένον σαρκί, ᾧ μελῳδοῦμεν, συμφώνως κραυγάζοντες· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Ἀρείου τὴν κένωσιν, κατατομήν τε τοῦ σμικροθέου, πιστοὶ τὴν συναίρεσιν αὖθις, τοῦ Σαβελλίου, τῶν τῆς Τριάδος ἐχθρῶν μεμισηκότες, Τριάδι κραυγάζομεν· Εὐλογητός ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.
Τριαδικὸν
Ἁπάντων μὲν Κύριον, ἑνὸς δὲ μόνου μονογενοῦς Υἱοῦ, ὀρθοδόξως Πατέρα, θεολογοῦντές σε καταγγέλλομεν, καὶ ἓν εἰδότες, σοῦ ἐκπορευόμενον, Πνεῦμα εὐθὲς συμφυές, καὶ συναΐδιον.
Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες, παρὰ τὸν κτίσαντα, ἀλλὰ πυρὸς ἀπειλήν· ἀνδρείως πατήσαντες, χαίροντες ἔψαλλον· Ὑπερύμνητε, ὁ τῶν Πατέρων Κύριος, καὶ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Κανών τῶν Πατέρων α', ᾨδὴ η'
Ἦχος α'
Ἐν καμίνῳ Παῖδες Ἰσραὴλ ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἀποστόλων τε καὶ Προφητῶν, ὡς ἐξ ὁρμητηρίου, Πατέρες κεκινημένοι, τῆς ἐνθέου διδαχῆς, ἐκήρυξαν λέγοντες· Εἷς ὑπάρχει Κύριος πάντων, Χριστὸς ἐν ὑποστάσει, διπλοῦς τὰς φύσεις, ὁμοῦ καὶ ἐνεργείας.

Ἵνα πλάνην πᾶσαν ἀναιδῆ, καλῶς καὶ βλασφημίαν, Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἐξορίσωσιν ὁμοῦ, ἐνέργειαν θέλησιν οὐσιώδη, ἄκτιστον φέρειν τὸν Κύριον ἀνεῖπον, τήν κτιστὴν δὲ πάλιν, ὡς Ἄνθρωπον καὶ Κτίστην.

Ῥῆμα θεῖον σχόντες ἐν χερσί, Πατέρες ὥσπερ ξίφος, ἐχθροὺς τοὺς τῆς εὐσεβείας κατεπλήξατε καλῶς, ἐνέργειαν θέλησιν τοῦ Σωτῆρος, πάντα τε τούτου τὰ φυσικὰ προσφόρως, διπλᾶ προσειπόντες, καθάπερ καὶ τὰς φύσεις.
Θεοτοκίον
Ὅλη Κόρη ὅλη εἶ καλή, ὅλη φωτοειδής τε φωσφόρος καὶ θεοφόρος, ὅλη μόνη καὶ λαμπρά· διό μου τὰ ὄμματα τῆς καρδίας φώτισον, πνέοντος Δέσποινα, τὴν δόξαν σου καὶ τετρωμένου, τῷ πρὸς ἐκείνην πόθῳ.

Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β', ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. δ'
Ἑπταπλασίως κάμινον ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Καταισχυνέσθω πρόσωπα, καὶ φιμούσθω τὰ στόματα, τῶν μὴ κηρυττόντων, ἐν δυσὶ ταῖς φύσεσιν, ἀτμήτως ἀτρέπτως τε, καὶ ἀσυγχύτως ἕνα Υἱόν· οἱ γὰρ εὐσεβεῖς, πάντες κοινῶς συμφρονοῦμεν, κατ' ἄλλο μὲν καὶ ἄλλο, ἐνεργεῖν τε καὶ θέλειν, Χριστὸν οὐ μὴν προσώποις, κατ' ἄμφω δὲ τὰς φύσεις.

Οἱ Ἰακώβου ἔχοντες τοῦ Κεντόνου ἐπίκλησιν, ὄνομά τε τούτου, ἑαυτόῖς ἐγγράφοντες, ἡμῖν ἀποφήνατε. Εἰ ἐν τῇ κλήσει τούτου ὑμεῖς, ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, ἐβαπτίσθητε πάλαι· διὸ αὐτοῦ πρὸς χάριν, τοῦ Χριστοῦ ἀποστάντες, ληρεῖτε ὡς ἐκεῖνος, σαφῶς ἀναισχυντοῦντες.

Ἐν Χαλκηδόνι Σύνοδος, ἡ τετάρτη Διόσκορον, Εὐτυχῆ Σεβῆρον, τοὺς δεινοὺς κατέβαλεν, εἰς τέλος ἐξώσασα, τὴν ἀκανθώδη πλάνην αὐτῶν, τὴν συγχυτικήν, τῶν οὐσιῶν τοῦ Σωτῆρος, τῆς θείας Ἐκκλησίας, τοῦ Χριστοῦ καὶ Δεσπότου, μεθ' ἧς ὀρθοδοξοῦντες, μισήσωμεν δὴ τούτους.
Τριαδικὸν
Τρισσοφαῆ Θεότητα, ἑνιαίαν ἐκλάμπουσαν, αἴγλην ἐκ μιᾶς, τρισυποστάτου φύσεως, Γεννήτορα ἄναρχον, ὁμοφυᾶ τε Λόγον Πατρός, καὶ συμβασιλεῦον, ὁμοούσιον Πνεῦμα· οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Παῖδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνω, ὁ τόκος τῆς Θεοτόκου διεσώσατο, τότε μὲν τυπούμενος, νῦν δὲ ἐνεργούμενος, τὴν οἰκουμένην ἅπασαν, ἀγείρει ψάλλουσαν· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Κανών τῶν Πατέρων α', ᾨδὴ θ'
Ἦχος α'
Τύπον τῆς ἁγνῆς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἔχοντες Χριστὸν μακάριοι ἐν ἑαυτοῖς, τὰ θεῖα πάλαι λαλήσαντα, καὶ νῦν καθαρῶς, τῷ καθαρῷ συναπτόμενοι, τὴν αὐτοῦ Ἐκκλησίαν στηρίξατε, ἣν πόνοις καὶ ἱδρῶσι, μεγίστοις ὄντως συνεστήσατε.

Τύπος καὶ κανὼν γεγόνατε, τῇ Ἐκκλησίᾳ πάσῃ Θεοῦ Τρισόλβιοι, σάρκωσιν Χριστοῦ, θεολογεῖν ἐκδιδάξαντες, τῆς ἀκτίστου μιᾶς τε Θεότητος, τὴν νῦν τε γλωσσαλγίαν, προφητικῶς ἀποκρουσάμενοι.

Ἅπαν δυσσεβείας πρόβλημα, προφητικῶς Πατέρες καλῶς ἐλύσατε, τὴν διαφοράν, τῆς ἐνεργείας διδάξαντες, φυσικὴν ἀδιαίρετον ἄκτιστον, ἀξίως προσειπόντες, καὶ παντουργὸν καὶ παντοδύναμον.

Στόμα τοῦ Θεοῦ γενόμενοι, ταῖς ἐνεργείαις μόναις καὶ ταῖς ἐκλάμψεσι, μεθεκτὸν αὐτόν, ὡς ἀγαθὸν ἐκηρύξατε, τὸν τῇ φύσει ἀπρόσιτον Ἅγιοι· ὅθεν ὑμᾶς ἀξίως, ὡς εὐεργέτας μακαρίζομεν.
Θεοτοκίον
Σὺ μοι τῆς ᾠδῆς πανύμνητε, καὶ κορωνὶς χρυσῆ καὶ θεῖον συμπέρασμα· ἥνπερ τῆς φυγῆς, ἐπανελθὼν νῦν ἀνέθηκα, τῷ Υἱῷ σου σεμνὴ εὐχαριστήριον, τὸν ὕμνον σοι συνάγων, ὡς τῶν καλῶν αἰτία Πάναγνε.

Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β', ᾨδὴ θ'
Ἦχος πλ. δ'
Ἐξέστη ἐπὶ τούτῳ ὁ οὐρανὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Διῆλθεν ὁ Σεβῆρος τὴν τοῦ Χριστοῦ, εὐαγῆ Ἐκκλησίαν ὁ δόλιος, καὶ τὴν ποινήν, ψήφῳ τῶν Πατέρων τῶν εὐσεβῶν, της βλασφημίας ἕνεκα, καὶ τῆς στωμυλίας τῆς ἑαυτοῦ, ἐδέξατο δικαίως, καὶ ἔρριπται συλλόγου, τῶν Διδασκάλων ὁ κατάκριτος.

Τὰς φύσεις τὶ συγχέεις τὰς τοῦ Χριστοῦ, καὶ φυρμὸν ἀντεισάγεις καὶ σύγκρασιν, τὸ τοῦ Σταυροῦ, πάθος προσαρμόττων καὶ τὴν ταφήν, τῇ ἀπαθεῖ Θεότητι, τοῦ μονογενοῦς Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὦ δείλαιε Σεβῆρε; διόπερ τὴν μεγίστην, σοῦ βλασφημίαν βδελυττόμεθα.
Θεοτοκίον
Ὀφρὺν καὶ θράσος ἅμα τῶν δυσμενῶν, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου κατάβαλε, καὶ τὰς βουλάς, τῶν κακοδοξούντων Δημιουργέ, τῶν δὲ πιστῶν τὸ σύστημα, στήριξον ἀκράδαντον ὡς Θεός, τὸ κέρας ἀνυψώσας, καὶ πίστει κραταιώσας, ἵνα σε πάντες μεγαλύνωμεν.
Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἅπας γηγενής, σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος, πανηγυριζέτω δέ, ἀΰλων Νόων φύσις γεραίρουσα, τὴν ἱερὰν πανήγυριν, τῆς Θεομήτορος, καὶ βοάτω· Χαίροις παμμακάριστε, Θεοτόκε Ἁγνὴ ἀειπάρθενε.

Ἐξαποστειλάριον, Εἴθ' οὕτω τῶν Ἁγίων Πατέρων
Ἦχος β'
Γυναῖκες ἀκουτίσθητε ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Πατέρων θείων σήμερον, τὴν μνήμην ἑορτάζοντες, ταῖς παρακλήσεσι τούτων, δεόμεθα Πανοικτίρμον. Πάσης βλάβης αἱρέσεων, ῥῦσαι λαόν σου Κύριε, καὶ πάντας καταξίωσον, Πατέρα Λόγον δοξάζειν, καὶ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα.
Ἐξαποστειλάριον, Θεοτοκίον
Ἦχος β'
Γυναῖκες ἀκουτίσθητε ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἐν δύο ταῖς θελήσεσι, καὶ φύσεσι Πανάμωμε, μιᾷ δὲ τῇ ὑποστάσει, τίκτεις Θεὸν ἀπορρήτως, τὸν δι' ἡμᾶς πτωχεύσαντα, μέχρι Σταυροῦ θελήματι, καὶ ἡμῖν χαρισάμενον, τὸν τῆς Θεότητος πλοῦτον, τῇ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσει.

Εἰς τοὺς Αἴνους, ἱστῶμεν Στίχ. η' καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ Ἀναστάσιμα δ' καὶ Ἀνατολικὸν ἕν, καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων τὰ παρόντα γ' Προσόμοια.
Στιχηρὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων
Ἦχος πλ. β'
Ὅλην ἀποθέμενοι ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ὅλην συγκροτήσαντες, τὴν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμην, καὶ τῷ θείῳ Πνεύματι, συνδιασκεψάμενοι τὸ μακάριον, καὶ σεπτὸν σύμβολον, οἱ σεπτοὶ Πατέρες, θεογράφως διεχάραξαν, ἐν ᾧ σαφέστατα, τῷ Γεγεννηκότι συνάναρχον, τὸν Λόγον ἐκδιδάσκουσι, καὶ παναληθῶς ὁμοούσιον, ταῖς τῶν Ἀποστόλων, ἑπόμενοι προδήλως διδαχαῖς, οἱ εὐκλεεῖς καὶ πανόλβιοι, ὄντως καὶ θεόφρονες.
Ἦχος πλ. β'
Στίχ. Εὐλογητὸς εἶ Κύριε ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.
Ὅλην εἰσδεξάμενοι, τὴν νοητὴν λαμπηδόνα, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὑπερφυέστατον χρησμολόγημα, τὸ βραχὺ ῥήματι, καὶ πολὺ συνέσει, θεοπνεύστως ἀπεφθέγξαντο, ὡς χριστοκήρυκες, εὐαγγελικῶν προϊστάμενοι, δογμάτων οἱ Μακάριοι, καὶ τῶν εὐσεβῶν παραδόσεων, ἄνωθεν λαβόντες, τὴν τούτων ἀποκάλυψιν σαφῶς, καὶ φωτισθέντες ἐξέθεντο, ὅρον θεοδίδακτον.
Ἦχος πλ. β'
Στίχ. Συναγάγετε αὐτῷ τοὺς Ὁσίους αὐτοῦ, τοὺς διατιθεμένους τὴν διαθήκην αὐτοῦ.
Ὅλην συλλεξάμενοι, ποιμαντικὴν ἐπιστήμην, καὶ θυμὸν κινήσαντες, νῦν τὸν δικαιότατον ἐνδικώτατα, τοὺς βαρεῖς ἤλασαν, καὶ λοιμώδεις λύκους, τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος, ἐκσφενδονίσαντες, τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος, πεσόντας ὡς πρὸς θάνατον, καὶ ὡς ἀνιάτως νοσήσαντας, οἱ θεῖοι Ποιμένες, ὡς δοῦλοι γνησιώτατοι Χριστοῦ, καὶ τοῦ ἐνθέου κηρύγματος, μύσται Ἱερώτατοι.
Δοξαστικόν
Ἦχος πλ. δ'
Γεωργίου Νικομηδείας
Τῶν Ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος Ἁγίου, μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καὶ φύσιν, καὶ τὸ μυστήριον τῆς θεολογίας, τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ, οὓς εὐφημοῦντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες· Ὦ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται, παρατάξεως Κυρίου, ἀστέρες πολύφωτοι, τοῦ νοητοῦ στερεώματος, τῆς μυστικῆς Σιὼν οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου, τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου, Ἐκκλησίας τὸ καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Μεγάλη Δοξολογία

Τὰ τυπικά, καὶ οἱ Μακαρισμοὶ τῆς Ὀκτωήχου, καὶ ἐκ τοῦ Κανόνος τῶν Ἁγίων ἡ ς' ᾨδή.

Κοινωνικὸν
Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν, Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις. Ἀλληλούϊα.

Παντελής Πάσχος Η Ορθοδοξία των Αγίων Πατέρων

 




Από: Π.Β.Πάσχος, Έρως Ορθοδοξίας , εκδ. Αποστολικής Διακονίας , Αθήνα 1987.

Όπως στους αρχαίους καιρούς, είχαν συνήθεια oι άνθρωποι, εκείνους που γυρνούσαν νικηταί απ' τους πολέμους, να τους πανηγυριζουν και να βάζουν την εικόνα τους ή τα αγάλματά τους στις πλατείες και στα στάδια, από ευγνωμοσύνη πρώτα, γιατί εσωσαν την πατρίδα τους από μεγάλον κίνδυνο και για να παραδειγματίζουν κιόλας τη νεότητα, έτσι σήμερα κ' εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί: τιμούμε και πανηγυρίζουμε τους θεοφόρους Πατέρας της Εκκλησίας μας, που, σε καιρούς πολύ πονηρούς και πολύ δύσκολους για την Ορθοδοξία, πάλαιψαν γενναιότατα στις Οικουμενικές Συνόδους, όχι με κείνους τους εχθρούς που απειλούν την ελευθερία του σώματος, του τόπου ή του κράτους, μα με τους πιο φοβερούς: εκείνους που απειλούσαν την καθαρότητα της πίστεώς μας και τη σωτηρία της ψυχής μας. Πάλαιψαν δηλ. με τον ίδιο το διάβολο και τα ανθρωπόμορφα όργανά του. «Επειδή γουν πρέπον είναι να τιμούμεν τους ευεργέτας μας, διά τούτο και oι νομοθέται της Εκκλησίας μας ώρισαν να τιμούμεν τους αγίους και θεοφόρους Πατέρας, οπού αγωνίσθηκαν καί εκοπίασαν, διά να μας ελευθερώσουν από την αιχμαλωσίαν του πονηρού διαβόλου». Και, με το να δείχνουμε αυτήν την τιμή και την ευγνωμοσύνη μας στους γενναίους και ιερούς ακρίτες, στους θεοφόρους Πατέρας, που περιχαράκωσαν το πολεμούμενο κάστρο της Ορθοδοξίας, με στέρεα, υψηλά και ουρανοθέμελα τείχη, δηλ. με τα άγια δόγματα και τους κανόνες της Εκκλησίας μας, έχουμε και άλλη πνευματικήν ωφέλεια: ακούμε στην Εκκλησία -στον όρθρο ειδικά, που δυστυχώς πολύ λίγοι χριστιανοί τρέχουν να παρακολουθήσουν το πρωΐ- όλη τη δογματική διδασκαλία της Ορθοδοξίας, πλεγμένη ποιητικώτατα στους λειτουργικούς ύμνους. Kαι ακούγοντας την ορθή διδασκαλία. από τα τροπάρια της Εκκλησίας μας, πως δηλ. ο Χριστός εφόρεσε σάρκα «εκ της αγίας Θεοτόκου και ετελείωσεν όλην την εις τους ανθρώπους οικονομίαν του, έπειτα ανελήφθη και υπήγεν εις τους ουρανούς ως Θεός αληθινός» -για να αναφερθούμε στις κυριώτερες θέσεις μόνο· ακούγοντας λοιπόν και μελετώντας την ορθόδοξη διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων, μαθαίνουμε "επακριβώς" το περιεχόμενο της "θεοδιδάκτου πίστεώς μας", με όλες τις λεπτές αποχρώσεις και διατυπώσεις των "ευαγγελικών δογμάτων και των ευσεβών παραδόσεων". Κι ακόμα, ακολουθώντας την αγιασμένη παράδοση των θεοφόρων Πατέρων, γινόμαστε κ' εμείς ικανοί, οπλισμένοι με το θερμό ζήλο και τον "δικαιότατον θυμόν" και έχοντας στα πνευματικά μας χέρια "την σφενδόνην του Πνεύματος", να διώχνουμε μακριά απ' τη μάντρα της Εκκλησίας τους "ανιάτως περί την πίστιν νοσήσαντας", τους πολυώνυμους εχθρούς της Ορθοδοξίας, τους "βαρείς και λοιμώδεις λύκους", που αναφέρει το άγιο Ευαγγέλιο και ο ιερός υμνογράφος.

***

Πρέπει ίσως εδώ νά σημειώσουμε, πως η ποίηση των ιερών υμνογράφων, με τον κατανυκτικό λυρισμό της και την αγωνία της, γύρω από το βασικώτερο πρόβλημα-αίτημα, για τον ποιητή και για τον κάθε χριστιανό, τη σωτηρία δηλ. της ψυχής, δεν είναι καθαρή και συστηματική δογματική διδασκαλία· οι ποιηταί έχουν την ελευθερία τους και εδώ. Αυτό, ωστόσο, που για τον ειδικό ερευνητή δογματικό θεολόγο δημιουργεί μερικά προβλήματα, για το φιλακόλουθον αναγνώστη, που παρακολουθεί με προσοχή κ' ευλάβεια τα λεγόμενα, ψαλλόμενα και τελούμεγα στην Εκκλησία, είναι ο καλύτερος τρόπος για να μάθει τι πιστεύει και ακόμη να φυλάγει με φανατισμό τα ιερά δόγματα που του παραδίδει η μητέρα Εκκλησία. Θυμούμαι με πολλή συγκίνηση τους λόγους, που είπε πριν κάμποσα χρόνια σ' ένα Μητροπολίτη, ένας πανεπιστημιακός Καθηγητής, για τον τρόπο με τον οποίο διδάσκει η Εκκλησία τις δογματικές της αλήθειες και τον άλλο τρόπο της ειδικής επιστήμης: «Εκείνο, που ο ειδικός Καθηγητής -ας πούμε για το "ομοούσιον" της Α' Οικουμενικής Συνόδου- θα κάμει ένα χρόνο να το διδάξει, αναλύοντας και ερμηνεύοντας χιλιάδες ίσως σελίδες και παραπομπές, το διδάσκει η ιερά ύμνογραφία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας με δύο αράδες μόνο, όπως π.χ. με το "Πάτερ, Λόγε, Πνεύμα, Τριάς ή εν μονάδι" και με άλλα "τριαδικά" τροπάρια"!
Αυτή την αλήθεια μπορεί να την ιδεί κανείς και στο γνωστό αριστούργημα της υμνογραφίας μας, το "δοξαστικόν" των αίνων στις Κυριακές των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, ποίημα του Γεωργίου Νικομηδείας, που αποτελεί κ' ένα από τά καλύτερα μαθήματα της παραδόσεως της βυζαντινής μουσικής, και που ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του τετάρτου:


Τών αγίων Πατέρων ο χορός,
εκ των της οικουμένης περάτων συνδραμών,
Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίov,
μίαν ουσίαν εδογμάτισε και φύσιν·
και το μυστήριον της Θεολογίας,

τρανώς παρέδωκε τη Εκκλησία.
Ους ευφημούντες εν πίστει,
μακαρίσωμεν λέγοντες·
Ω θεία παρεμβολή,

θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου·

αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος·
της μυστικής Σιών οι ακαθαίρετοι πύργοι·
τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου·
τα πάγχρνσα στόματα του Λόγου·

Νικαίας το καύχημα, οικουμένης αγλάϊσμα·

εκτενώς πρεσβεύσατε, υπέρ των ψυχών ημών.

***

Αυτή τη μυστικήν ευωδία, που αποπνέουν τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου, αυτό το σωτήριο και γλυκό φως, που μας περιχύνουν οι πολύφωτοι αστέρες του νοητού στερεώματος της μυστικής Σιών, δηλ. της Εκκλησίας του Χριστού· αυτό το μυστήριο της Θεολογίας, που μας αποκαλύπτουν τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου, δεν μπορεί να το συλλάβει και να το ζήσει, παρά μόνον όποιος βαδίζει τον ίσιο δρόμο που περπάτησαν οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Γιατί αυτοί είναι, κατά κάποιον τρόπο, τα ασφαλή μέτρα, για να γνωρίζουμε -εμείς οι διχασμένοι άνθρωποι, που ζούμε μέσα στο ψέμα και στην παχυλήν αμαρτία της σάρκας και του πνεύματος- την αλήθεια για το Θεό, τον άνθρωπο και τους δρόμους της θεώσεως και σωτηρίας μας. Κι αυτά τα μέτρα, για να τα γνωρίσουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε, πρέπει να τα πλησιάσουμε, να τ' αγαπήσουμε, να ιδούμε τον τρόπο της αγίας ζωής τους, που δεν ήταν διαφορετική απ' τη διδασκαλία τους -όπως τραγικά το ζούμε μεις σήμερα- πρέπει να εγκομβωθούμε, όπως εκείνοι, την υψοποιό ταπείνωση, η οποία μπορεί και μαραίνει όλες τις εγωϊστικές καινοτομίες, τις αιρετικές αποκλίσεις, τις υπερβολές στην εγκόσμια πολιτεία μας και την προσχώρηση στη σκοτεινή και αμαυρωμένη ατμόσφαιρα των παθών. Όμως, είναι πολύ δύσκολο να το πετύχει κανείς αυτό σήμερα, γιατί ο καθένας μας, τη μόνη αυθεντία που παραδέχεται πως υπάρχει, άξια να παίξει το ρόλο του πνευματικού οδηγού και δασκάλου, είναι ο εαυτός του και μόνον ο εαυτός του. Κι αυτός ο εγωϊσμός μας είναι που δεν μας αφήνει να γνωρίσουμε ως οδηγούς και διδασκάλους μας, τους μόνους ικανούς να μας οδηγήσουν στην αλήθεια του Ευαγγελίον, που άμα τη γνωρίσουμε θα θέλουμε να τα πουλήσουμε όλα για ν' αγοράσουμε εκείνο, το μόνο που μας χρειάζεται πραγματικά: τη σωτηρία της ψυχής μας. Γιατί όλα τα άλλα, και τα πιο πνευματικά -κατ' επίφαση, βέβαια- αν δεν απεργάζονται τη σωτηρία της ψυχής μας, όπως την ευλογεί και τη θέλει η Εκκλησία, κι όπως τη διδάσκουν με την πλουσιώτατη πείρα τους oι άγιοι Πατέρες, όλα αποτελούν σατανικές διαβολές για εκτροπή απ' τον ορθόδοξο πνευματικό δρόμο. Απόδειξη μεγαλύτερη δεν υπάρχει απ' τους ίδιους τους αρχηγούς των διαφόρων αιρέσεων, που άρχισαν με μικρές εκτροπές απ' την πατερική παράδοση και γραμμή -ερμηνεύοντας, βέβαια, παρεξηγημένα κάποια χωρία της Αγίας Γραφής- και ύστερα κατέληξαν να γίνουν αρνηται της θεότητος του Χριστού ή του Αγίου Πνεύματος. Τόσο η αμαρτωλή ζωή τους και ο σατανάς είχε θολώσει το νου τους!

***

Ίσως είναι δυσχερέστατο πράγμα, να κατανοήσει ο άνθρωπος του σημερινού "δυσωνύμου", στην μεγαλύτερην αναλογία του, κόσμου, τι είναι ή ορθοδοξία των αγίων Πατέρων, ή αυτό που τελευταία ονομάζουμε, όχι άστοχα, ορθόδοξη πνευματικότητα. Νομίζω, πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα, μόνο που η δεύτερη ονομασία είναι λιγώτερο σκληρή, ως κατόρθωμα -έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Το κυριώτερο χαρακτηριστικό αυτής της ορθοδοξίας των Πατέρων, είναι αυτό που λέμε στη θεολογική γλώσσα "συμφωνία". Αυτή δεν οφείλεται στις θεολογικές σχολές ή ακαδημίες που σπούδασαν oι άγιοι Πατέρες, αλλά στο ’γιο Πνεύμα που φώτιζε την καθαρή τους διάνοια, για να θεολογούν ορθά. Kαι σ' αυτό το σημείο βρίσκεται και το κύρος και η αυθεντία των αγίων Πατέρων, ως συνόλου Πατερικής παραδόσεως, ως Πατερικής, θα λέγαμε, Εκκλησίας του Χριστού. Αυτή η "συμφωνία" των θεοπνεύστων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, ξεπερνά την εμπειρική και νοητική δύναμη του αμαρτωλού ανθρώπου. Γιατί είναι αποτέλεσμα ελλάμψεως του Αγίoυ Πνεύματος στις κεκαθαρμένες ψυχές τους. Αυτή η θεία έλλαμψη, που προϋποθέτει την σωματική και πνευματική κάθαρση και τον εξαγιασμό του νου, έδινε στους αγίους Πατέρας τη δύναμη να θεολογούν και να δογματίζουν εν "συμφωνία" -στις γενικές, βέβαια, γραμμές- χωρίς πλάνες και σατανικές αιρετικές ιδέες. Στις λεπτομέρειες και στην προσωπική διατύπωση κάθε εκκλησιαστικού Ιlατρός διασώζεται η ιδιοτυπία του, η προσωπική του έκφραση, για να δείχνεται και μ' αυτό τον τρόπο, πως το Πνεύμα είναι ελεύθερο. Και όχι μονάχα όπου θέλει "πνει", αλλά και όπως θέλει "πνει". Το ’γιον Πνεύμα είναι εκείνο που εμπνέει τη διδασκαλία στους αγ. Ιlατέρας και μοιράζει τα χαρίσματα· και ό,τι εκείνοι με τις μυστικές εμπειρίες τους και την προσωπική έκφρασή τους μας προσφέρουν, δεν είναι παρά ακτίνες πνευματικές της Αγ. Τριάδος, που διαθλώνται στο κάτοπτρο του αγίου βίου τους προς εμάς. Αυτό θα πει, πως η μόνη και ασφαλής οδός προς την ένωση με τον Θεό, είναι η βιωματική συνέχιση της Πατερικής Σκέψεως, της Πατερικής Παραδόσεως, της Πατερικής Θεολογίας, της Πατερικής Ζωής. Η "συμφωνία" των άγ. Πατέρων δίνει μια ενότητα στην όλη διδασκαλία της Εκκλησίας μας· και η ανόθευτη προβολή, στη σύγχρονη πνευματική ζωή της Εκκλησίας, του πραγματικού πνεύματος των Πατέρων και η, σύμφωνα μ' αυτό, πορεία των ανθρώπων, προσφέρει στους πιστούς ένα αίσθημα πνευματικής ασφαλείας, μιαν ελπίδα, που πλησιάζει τα όρια της βεβαιότητος, για τη σωτηρία της πολύτιμης ψυχής μας.

Οι άπειρες διαστάσεις της Ορθοδοξίας, που αποτελεί τον μεγαλύτερο και τον θερμότερον έρωτα των Πατέρων της Εκκλησίας μας, είναι κάτι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να χαραχθούν από ανθρώπους που δεν έφτασαν στα μέτρα των Πατέρων, και που δεν έμαθαν να θεολογούν "αγνώστως". Τα μάτια μας έχουν πολλή λάσπη, για να μπορέσουν να ιδούν την αδαμάντινη, την παγκαλην Ορθοδοξία μας, όπως ακριβώς μας την παρέδωκαν οι άγιοι Πατέρες μας. Γι' αυτό ο καθένας μας βρίσκει κι από μια ευλογοφανή αφορμή, για να αποδεσμεύεται απ' τα "πεπαλαιωμένα" πατερικά πρότυπα, και να προοφεύγει κάθε φορά και σε νέα σχήματα ζωής και τάξεως πραγμάτων, να "αναπροσαρμόζεται", να "ανακατατάσσεται" και να "συσχηματίζεται" με τον νυν αιώνα, τον απατεώνα, για να μην απομένει ασυγχρόνιστος... Ο σατανάς έχει πολλούς λόγους να χαίρεται μ' αυτές τις καινοτομίες μας. Αλλά η Εκκλησία, μας φέρνει στη μέση τη γιορτή των αγίων Πατέρων και μας λέγει -για να μας προφυλάξει απ' τις ευκολοπάτητες παγίδες του σατανά: «Διά ταύτην την αιτίαν εορτάζομεν τους αγίους Πατέρας, επειδή αυτοί μετά τους Αποστόλους μας εδίδαξαν την ευσέβειαν και εκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν αληθινόν· διά τούτο και ημείς κάθε χρόνον εορτάζομεν την μνήμην τους, διά να αναθυμούμεσθεν πώς αγωνίσθηκαν διά την Ορθοδοξίαν, και πώς τους ετίμησε και o Θεός και οι άνθρωποι. Το λοιπόν και ημείς, ας κρατούμεν την πίστιν βεβαίαν, οπού μας επαράδωκαν οι άγιοι Πατέρες, και ας σπουδάζωμεν να κάμνωμεν τας παραγγελίας των, ότι όσα είπαν και ενομοθέτησαν, όλά εκ Πνεύματος αγίου τα επαραδωκαν εις τους χριστιανούς. Μη λέγωμεν, ότι ανθρώπων λόγια είναι αυτά, μηδέ να βάνωμεν εις τον νούν μας ότι ποταποί άνθρωποι τα ενομοθέτησαν· αλλ' ας ιδούμεν τι άγιοι τα είπαν, οπού μόνον και το όνομά τους είναι θαυμαστόν». Και ακολουθώντας την ορθόδοξη διδασκαλία τους, να εναρμονίζουμε και τη ζωή μας με την ιδική τους αγία ζωή.