Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Η χρήση λογικής και νοεράς ενέργειας του ανθρώπου κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά


Επεξεργασμένο κείμενο από την Στρογγυλή Τράπεζα του Β Διεθνοῦς Επ.Συνεδρίου 
«Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν»
Λεμεσός 5-7 Νοεμβρίου 1999
Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς στην δεύτερη ομιλία του για τα Εισόδια, όπου παρουσιάζει το πρόσωπο της Θεοτόκου ως πρότυπο ησυχαστικής ζωής, ομιλεί αναλυτικά περί των πέντε δυνάμεων της ψυχής· αίσθησης, φαντασίας, δόξας, διάνοιας, νου [1].

Εκεί ο μεγάλος αυτός ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής διευκρινίζει ότι διάνοια είναι η λογική δύναμη που ολοκληρώνει με διάφορους διεξοδικούς συλλογισμούς την δόξα δηλαδή την γνώμη [2], και έχει ως έδρα της τον εγκέφαλο [3]. Ο νους είναι αυτοτελής ουσία που έχει ως κύρια ενέργειά του, την νοερά· όταν όμως εκπίπτει από αυτή την κίνηση, περιορίζεται στην διανοητική και μόνο ζωή [4].

Ο άνθρωπος έχει δύο ψυχικούς οφθαλμούς [5]. Ο πρώτος είναι η διάνοια που έχει ως επιστητό της την κτιστή γνώση. Όμως με την διάνοιά του ο άνθρωπος μπορεί να μελετά και το Άκτιστο, να ενασχολείται, κάτω από προϋποθέσεις, με διάφορες πνευματικές “θεωρίες”[6]. Η διάνοια δεν αποτελεί τον κύριο οφθαλμό της ψυχής, γιατί δεν μπορεί να γνωρίσει εμπειρικά τους επουράνιους θησαυρούς· αυτή «τα αισθητά και τα νοερά επίσης διανοητά δι’ εαυτής ποιεί»[7].

Ο δεύτερος ψυχικός οφθαλμός είναι ο νους, δηλαδή η νοερά ενέργεια μέσα στην καρδιά του ανθρώπου με την οποία επιτυγχάνεται η θεία εποψία και η εμπειρική γνώση του Θεού δια των ακτίστων θεοποιών ενεργειών του Θεού[8]....

Η άσκηση των αρετών έχει ως σκοπό την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό δια της ακτίστου Χάριτός Του. Με τις αρετές μπορούμε να οδηγηθούμε στην προς τον Θεόν ομοίωση· δίχως όμως την επίτευξη της αισθητής, οντολογικής[9] κατά Χάριν ενώσεως δεν πετυχαίνουμε, δεν “πάσχομεν” την θέωση[10].

Μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων διαταράχθηκαν και διασπάσθησαν οι ψυχικές δυνάμεις του ανθρώπου[11]. Οι δυνάμεις αυτές, και ιδιαίτερα η νοερά, πρέπει τώρα με την Χάρη του Θεού και την συνέργεια του ανθρώπου να αποκατασταθούν και να ενοποιηθούν μέσα στον χώρο της καρδίας, που αποτελεί το πνευματικό κέντρο του ανθρωπίνου προσώπου, τον θρόνο της Θείας Χάριτος[12]. Με τον τρόπο αυτόν ξαναβρίσκει ο άνθρωπος «το αρχαίο εκείνο κάλλος»[13] και θεραπεύεται το ανθρώπινο πρόσωπο[14].

Κατά τον Παλαμά ο νους του ανθρώπου έχει ουσία και ενέργεια όπως και ο Θεός[15]. Η ουσία του νου, που εδρεύει στην καρδιά[16], στο «πρώτον σαρκικόν λογιστικόν όργανον»[17], είναι αμετάβατη «μηδέποτε εαυτήν απολείπουσα»[18]. Η ενέργεια όμως του νου μεταβαίνει[19] και διαχέεται έξω δια των αισθήσεων και των λογισμών. Την ενέργεια αυτή προσπαθεί να επαναφέρει στην ουσία ο ασκητής με την νοερά προσευχή, ώστε ο νους να επιστρέψει στον εαυτό του και κατόπιν να ενωθεί με τον Θεό[20].

Μπορεί σε κάποιον να λειτουργεί αυτή η νοερά ενέργεια, αλλά επειδή δεν γνωρίζει την Πατερική διδασκαλία, να μην έχει συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει ακριβώς στον χώρο της καρδίας του· έχει όμως σίγουρα την αίσθηση καρδιακών θείων βιωμάτων.

 
Η ένωση του κτιστού ανθρώπου με τον άκτιστο Θεό διαμέσου της νοεράς ενέργειας στην καρδιά του ανθρώπου δεν μπορεί να γίνει χωρίς την Χάρη του Θεού. Ούτε την ύπαρξη της νοεράς ενέργειας μπορεί να αντιληφθεί ο άνθρωπος χωρίς την ενέργεια της θείας Χάριτος[21].

Μπορούμε να πούμε ότι η νοερά ενέργεια αποτελεί τον δείκτη ευρέσεως της Χάριτος του Θεού[22]. 

Αυτός που μετέχει, κοινωνεί με την άκτιστη θεοποιό ενέργεια, γνωρίζει εμπειρικά την νοερά ενέργεια της ψυχής του μέσα στην καρδιά του κατά την προσευχή[23].

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η λογική ενέργεια του ανθρώπου, όταν θεωρείται ως αυθεντία στην έρευνά της για το Άκτιστο, μπορεί να δημιουργήσει πλάνη, που σχετίζεται με τρεις κατηγορίες ανθρώπων και έχει αντίκτυπο στην πνευματική τους ζωή.

Κατά το πρώτο είδος πλάνης η λογική εκτοπίζει την πίστη. Ο άνθρωπος δεχόμενος ως μοναδική πραγματικότητα ο,τι του υπαγορεύει η λογική διαμέσου των φυσικών νόμων και ο,τι βιώνει ο ίδιος από την κατ’ αίσθησιν ζωή δεν μπορεί να δεχθεί τον σπόρο της πίστεως στην καρδιά του. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι υπάρχει γνώση και πραγματικότητα, η οποία είναι υπέρ λόγον, υπέρ αίσθησιν, υπέρ φύσιν. Γιατί όπως λέει ο Παλαμάς μόνον η πίστη μπορεί να πλησιάσει και να γίνει δεκτική της υπέρ λόγον αλήθειας[24]. 

Η πλάνη που δημιουργεί η λογική και κατατάσσεται στην δεύτερη κατηγορία σχετίζεται με αυτούς που πιστεύουν στον Θεό, αλλά λανθασμένα. Αυτοί μπορεί να είναι η ετερόδοξοι χριστιανοί η οποιοιδήποτε άλλοι θρησκεύοντες. 

Η θεολογία που έχει δημιουργηθεί από τους ετεροδόξους χριστιανούς είναι νοησιαρχική, μη εμπειρική, δεν αποτελεί καρπό της Αποκαλύψεως του Θεού.

Ο θεός στον οποίο ανάγεται ο κτιστός άνθρωπος με την λογική του κινείται πάντοτε στα όρια της κτιστότητας και είναι θεός που τον κατασκευάζει ο ίδιος όπως τον θέλει[25]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύοντας την αιτία των τόσο πολλών παρερμηνειών και αιρετικών δοξασιών του σχολαστικού[26] Βαρλαάμ λέει ότι με την λογική και την φυσική φιλοσοφία προσπαθούσε να ερευνήσει τα υπέρ λόγον και υπέρ φύσιν[27]. 

Στην Δύση από την εποχή του ιερού Αυγουστίνου[28] μέχρι και σήμερα κυριαρχεί αυτός ο πειρασμός της λογικής στην θεολογία[29] και είναι υπεύθυνος για την εκκοσμίκευση της Δυτικής Εκκλησίας[30]. Η λογικοκρατία, ο ορθολογισμός είναι η αιτία δημιουργίας των παντοειδών αιρέσεων. 

Παράλληλα τα θρησκευτικοφιλοσοφικά συστήματα Ασιατικής προελεύσεως εκφράζοντας την πίστη τους σε ένα απρόσωπο θεό προσφέρουν στους οπαδούς τους, διαμέσου της ασκητικής τους, την εύρεση της ύψιστης διανοητικής καταστάσεως, που πολλοί την ονομάζουν νοητική στάση η κατάσταση και που οδηγεί τον άνθρωπο στην αυτοπραγμάτωση, στην αυτοθέωση. 

Οι πνευματικές εμπειρίες που προσφέρουν αυτές οι ομάδες και δελεάζουν όσους δεν έχουν βιώσει την Θεία Χάρη μέσα στην Εκκλησία του Χριστού στηρίζονται σε ψυχοτεχνικές μεθόδους και στην μεγαλύτερη αξιοποίηση της διανοίας, που θα τους οδηγήσει σε αυτές τις θείες δήθεν εμπειρίες και οπτασίες. Η καρδιά αυτών παραμένει εμπαθής, και βέβαια δεν μπορεί να ανοίξει για να γίνει η είσοδος της νοεράς ενέργειας και της Χάριτος του Θεού[31]. 

Το τρίτο είδος πλάνης της λογικής σχετίζεται με τους κατ’ όνομα Ορθοδόξους και είναι πιο δυσδιάκριτη. Γίνεται σε αυτούς που έχουν πιστέψει στην ύπαρξη του υπερφυσικού, ακτίστου, στην πραγματικότητα την υπέρ λόγον, αλλά εξαιτίας του υπερτροφικού λογικού τους και των παθών που κατοικούν “εν τόπω αγίω”[32], στην καρδιά τους, δεν έχουν επιτύχει ουσιαστική ένωση με αυτό το υπερφυσικό και άκτιστο που είναι ο Θεός.

Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν αυτοί που έχουν μία διανοητική σχέση με τον Θεό επαναπαυόμενοι ότι γνωρίζουν τον Θεό. Είναι αυτοί που μπορεί να έχουν εξωτερικά μια ηθική ζωή, αλλά ουσιαστικά δεν γνωρίζουν τι σημαίνει καθαρότητα καρδίας, ούτε έχουν γνωρίσει τον εαυτό τους και δυσπιστούν στις θαυματοποιΐες των Αγίων. Η είσοδος της νοεράς ενέργειας στην καρδιά συντείνει στην ενοποίηση των δυνάμεων της ψυχής και φανερώνει την καθαρότητα του νου[33] τονίζει ο Παλαμάς. Τότε ο άνθρωπος καθίσταται ικανός να δεχθεί τα θεία χαρίσματα, την διόραση, την προόραση[34]. 

Μπορεί κάποιοι να ομιλούν, να γράφουν περί Θεού, να θεολογούν, αλλά να μη γνωρίζουν εμπειρικά, βιωματικά Αυτόν[35].

Η αληθινή και απλανής θεολογία απορρέει από την μέθεξη των ακτίστων θεοποιών ενεργειών, από την υπερφυσική αυτή ένωση «παρ’ ης μόνης εγγίνεται και το θεολογείν ασφαλώς»[36]. 

Αν η θεολογία παραμένει στο επίπεδο της διανοήσεως και δεν είναι απόρροια της θεοπτίας, τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ότι μέγα χάσμα τις διαχωρίζει. Είναι σαν να ομιλείς για κάτι που δεν έχεις δει, δεν έχεις αποκτήσει[37]. Ο χαρισματούχος θεολόγος έχει ανεπτυγμένη στο έπακρο και την νοερά και την λογική του ενέργεια. 

Αξίζει να επαινεθούν σύγχρονοι ακαδημαϊκοί θεολόγοι που επισημαίνουν ότι “το κλειδί” για την κατανόηση των δογμάτων, η οδός της αυθεντικής θεολογήσεως, είναι η βίωση της Χάριτος, η εμπειρία που θα αποκτηθεί δια της ορθοδόξου ασκήσεως, της επιδιώξεως και επιμελείας της καθαρότητας της καρδίας[38].

Κεντρικό και ουσιαστικό σημείο της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά είναι ότι η θέωση του ανθρώπου δεν αποτελεί ένα ηθικό γεγονός στηριζόμενο στην λογική του ανθρώπου, αλλά οντολογικό, εμπειρικό γεγονός που αφορά όλη την ύπαρξη του ανθρώπου. Πρόκειται για προσωπική μέθεξη των ακτίστων ενεργειών του προσωπικού Θεού. 

Ο άνθρωπος μόνο τότε θα κάνει καλή χρήση της λογικότητας που του έδωσε ο Θεός, αν διαμέσου της ασκητικής παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας ανακαλύψει την νοερά ενέργεια στην καρδιά του. Τότε ο άνθρωπος, που είναι “εν δυνάμει” πρόσωπο αρχίζει να γίνεται “εν ενεργεία” πρόσωπο, όταν φανερωθεί και μεταμορφωθεί «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος»[39] δια της Χάριτος του Θεού. Όταν το «ειδεχθές προσωπείον»[40] πέσει και στην θέση του αποκαλυφθεί το Χριστοειδές πρόσωπο. 

Μόνο ο άνθρωπος που κατέστη πρόσωπο δια της Χάριτος του Θεού μπορεί να κάνει καλή χρήση της λογικότητας[41], γιατί τότε ο άνθρωπος βρισκόμενος στο στάδιο του φωτισμού έχει ελευθερωθεί από τα δεσμά των παθών και δεν αφήνει να προπορεύεται η λογική του στην εν Θεώ εμπειρία του. 

Σε αυτήν την εμπειρική σχέση με το Θεό η νοερά ενέργεια του ανθρώπου, ο νους ως το μοναδικό όργανο της θείας εποψίας, ενώνεται με την άκτιστη θεοποιό ενέργεια, κοινή στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Στο νου θα αποκαλυφθεί ο Θεός, η λογική ως ενέργεια θα είναι εκείνη που θα διατυπώσει και θα εκφράσει τις εμπειρίες του νου. 

Ο σύγχρονος άνθρωπος εγκλωβισμένος στην λογικοκρατία, την τεχνοκρατία και τον ανθρωπιστικό ρεαλισμό που χαρακτηρίζει την εποχή μας αδικεί τον εαυτό του. Εγκαταλείπει τον χώρο της ελευθερίας του πνεύματος στο επίπεδο της εγκοσμιότητος. Ο Παλαμάς προβάλλει στον σύγχρονο άνθρωπο την αλήθεια και ζωή που διανοίγει το ανθρώπινο πρόσωπο στην απειρότητα. Έτσι η επίγεια ζωή γίνεται προπαρασκευή για την αιωνιότητα και ο άνθρωπος ενσυνείδητα και ελεύθερα με την Χάρη του Θεού μεταμορφώνεται σε αιώνιο πρόσωπο κατ’ εικόνα του Θεού. 

Σωστή αντιμετώπιση των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, ιδιαίτερα της γενετικής και της πληροφορικής, όπως άλλωστε και ενώπιον μιας οικολογικής καταστροφής μπορεί να γίνει μόνο από επιστήμονες και πολιτικούς φορείς που έχουν εξίσου ανεπτυγμένη μαζί με την λογική τους και την νοερά ενέργεια, την άμεση εμπειρία, κοινωνία με τον Θεό. 

Διαφορετικά μόνη η λογική και η οποιαδήποτε νοησιαρχική ηθική παραμένουν ανίσχυρες μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις είτε των συγχρόνων επιστημονικών επιτεύξεων είτε του ακόρεστου καταναλωτισμού. 

Ο άνθρωπος, «κεκοπιακώς και πεφορτισμένος»[42] από την αμαρτία, το άγχος του υλιστικού και ευδαιμονιστικού τρόπου ζωής, ζητά (με τρόπο άμεσο η έμμεσο) να δει, ώστε να ζήσει και ο ίδιος εκείνο το βίωμα που θα αναπαύσει την βεβαρημένη συνείδηση και θα γεμίσει το κάθε είδους υπαρξιακό κενό του. 

Εμείς προβάλλουμε το σύμφωνο με την Πατερική Παράδοση βίωμα. 

Η επιστροφή στους Πατέρες, το “σύνθημα” που άρχισε να κυριαρχεί ξανά μέσα στην συνείδηση της Εκκλησίας πριν λίγα χρόνια, δεν σημαίνει την επιδίωξη εμπλουτισμού γνώσεων από την Πατερική γραμματεία, που γίνεται δια της λογικής...

Αλλά την εφαρμογή του Πατερικού βιώματος, που φανερώνεται με την ανακάλυψη της νοεράς ενέργειας στην καρδιά του ανθρώπου δια της Χάριτος του Θεού. 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο μύστης και κήρυξ της Χάριτος[43], αναφέροντας τα συστατικά στοιχεία της ανθρώπινης υπάρξεως γράφει: «Ο πνευματικός άνθρωπος εκ τριών υφέστηκε· χάριτος Πνεύματος επουρανίου, ψυχής λογικής[44] και γηΐνου σώματος»[45]. 

Άρα ο πνευματικός άνθρωπος, αν πρέπει να γνωρίζει με λεπτομέρεια το σώμα του, οφείλει να γνωρίζει τα περί της άκτιστης θεοποιού Χάριτος και περί των δυνάμεων της ψυχής του...

Και ιδιαίτερα πως θα ανακαλύψει την νοερά ενέργεια, που τον καθιστά κοινωνό με την θεοποιό ενέργεια της Αγίας Τριάδας και όπως λέει ο Παλαμάς, άναρχο και αΐδιο αλλά και καινή κτίση, νέο άνθρωπο[46], κατά Χάριν θεό[47]. 

(Επεξεργασμένο κείμενο από την Στρογγυλή Τράπεζα του Β Διεθνοῦς Επιστημονικού Συνεδρίου «Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν», Λεμεσός 5-7 Νοεμβρίου 1999) 

Καθηγούμενος Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Γέροντας Εφραίμ

Σημειώσεις 

[1] Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλίαι ΚΒ , εκδ. Σοφοκλέους του εξ Οικονόμων, Αθήνησι 1861, Ομιλία 53, από την 35 παράγραφο, σ. 172 κ. ε. Περί της διακρίσεως των όρων νους, διάνοια, καρδιά, ψυχή βλ. Μητροπ. Ναυπάκτου Ιεροθέου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Α ἔκδ. 1986, σ. 91-228, όπου στις σ. 111-117 επισημαίνεται ότι οι Πατέρες πολλές φορές εναλλάσσουν τους όρους χαρακτηρίζοντας τον νου, άλλοτε ως διάνοια η νοερά ενέργεια της ψυχής, άλλοτε ως ουσία της ψυχής. Στην Δυτική θεολογία ο νους εκλαμβάνεται πάντοτε ως διάνοια και λογική. Για τους θεολόγους της Δύσεως είναι “ανύπαρκτη” η νοερά ενέργεια. Ενδεικτικά σημειώνουμε: «Νους λέγεται και η του νου ενέργεια εν λογισμοίς συνισταμένη και νοήμασι. Νους εστι και η ενεργούσα ταύτα δύναμις, ήτις και καρδία καλείται παρά της Γραφής». Τρία κεφάλαια περί προσευχής και καθαρότητος καρδίας 3, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, επιμ. Π. Χρήστου, τομ. Ε , 1992, σ. 159 (στο εξής Συγγράμματα). «Όταν δε απαιτώμεθα ειπείν τι νους και τι διάνοια, τον μεν νουν ουσίαν λέγομεν, την δε διάνοιαν ουσιώδη ενέργειαν… αλλ’ ουκ έστι ποτέ χωρίς νου η διάνοια». Επίτομος διήγησις Φακρασή Πρωτοστράτορος 26, Συγγράμματα, τομ. Δ , 1988, σ. 229. Και αγίου Ισαάκ Σύρου, Λόγος 83, εκδ. Σπετσιέρη, σ. 320 «Ο μεν γαρ νους μία εστί των της ψυχής αισθήσεων· η δε καρδία εστίν η περιέχουσα και κρατούσα τας ένδον αισθήσεις. Και αύτη εστίν η ρίζα».


[2] «Διάνοια δε λογική μεν εστιν αεί, διεξοδικώς δε πρόεισιν εις την μετά λόγου δόξαν αποτελευτώσα». Ομιλία 53, 36, Οικονόμου, σ. 174.


[3] «Πάσαι δ’ αύται δι’ οργάνου πρώτου συνειστήκασι και ενεργούσι του ψυχικού εν εγκεφάλω πνεύματος». Ο.π.


[4] «Νου δε όργανον ουδέν εστιν, αλλ’ αυτοτελής εστιν ουσία και καθ’ εαυτήν ούσα ενεργητική, ει και προς την κατά διάνοιαν ψυχικήν τε και ανελιγμένην ζωήν υποκαταβιβάζει εαυτόν». Ο.π. Για την διευκρίνηση των ενεργειών της ψυχής σε μια σύγχρονη ορολογία και διατύπωση βλ. Χρυσοστόμου Μοναχού Διονυσιάτου, Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος, Άγιον Όρος 1998. Το παρακάτω θα μπορούσε να ήταν ερμηνεία του ως άνω χωρίου του Παλαμά: «Όταν η ενέργεια του νοός εγκλωβίζεται στην αίσθηση η τον λόγο, η διανόηση (λογική ενέργεια) λειτουργεί ως υποκατάστατο της νοήσεως (νοεράς ενέργειας). Η διάνοια υπολείπεται από τον νου σε δυνατότητες, διότι πάντοτε ενεργεί δια-λογιζόμενη, ποτέ ενορατικά», σ. 47.


[5] Πρβλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2,3,15, Συγγράμματα, τομ. Α , σ.551.


[6] Πολυσήμαντη είναι η λέξη “θεωρία”, η “άληκτος γνώσις” στην Πατερική ορολογία. Άλλοτε σημαίνει την φυσική θεωρία, την φυσική αποκάλυψη του Θεού (όχι βέβαια την analogia entis της δυτικής θεολογίας) που γίνεται μέσω των λόγων των όντων με την λογική και είναι ο καταφατικός τρόπος, μία ευθεία κίνηση της ανθρώπινης διάνοιας διαμέσου της κτίσεως προς τον Θεό. Άλλοτε σημαίνει την θέα του Θεού, είτε «δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι» στο στάδιο του φωτισμού, είτε «πρόσωπον προς πρόσωπον» στην θέωση και είναι ο αποφατικός τρόπος, η ελικοειδής η κυκλική κίνηση του νου προς τον Θεό. Η θεωρία γίνεται “αυτοκίνητη” η “κατ’ επιβολήν”, όταν ο άνθρωπος από μόνος του δημιουργεί στην διάνοιά του διάφορες έννοιες που απορρέουν από τις γνώσεις περί των ευεργεσιών του Θεού, θανάτου και κρίσεως, των αισθητών και νοητών όντων, ενσάρκου οικονομίας του Θεού και των λοιπών περί Θεού δογμάτων, αρχικά χωρίς την συμμετοχή της Χάριτος, και “ετεροκίνητη” η “κατά παραδοχήν”, όταν δια της Χάριτος που ενεργεί στην καρδιά αρπάζεται η διάνοια σε θεωρία χωρίς την θέληση του ανθρώπου. Για την διάκριση των δύο αυτών θεωριών και την υπεροχή της δευτέρας βλ. στο έργο των αγίων Καλλίστου και Ιγνατίου Ξανθοπούλων, «Μέθοδος και κανών ακριβής», Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, εκδ. Αστήρ 1961, τομ. Δ , κεφ. 68, σ. 262.


[7] Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,34, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 445.


[8] «Της ουν καθ’ εαυτόν ενεργείας γενόμενος ο νους, ήτις εστίν η προς εαυτόν στροφή και τήρησις, δι’ αυτής υπεραναβαίνων εαυτόν, και Θεώ συγγένοιτ’ αν». Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,45, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 457.


[9] Η χρήση του όρου “οντολογικός” γίνεται υπό την έννοια του “πραγματικός”, “ουσιαστικός”, “υπαρκτικός” και πρέπει να αντιδιαστέλλεται από την “οντολογία” της Δυτικής θεολογίας, όπου συνήθως εννοείται η αναλογία των όντων (analogia entis), δια της οποίας ο άνθρωπος μπορεί από την μελέτη των όντων να αναχθεί στα δήθεν αρχέτυπά τους που βρίσκονται μέσα στην ουσία του Θεού· προφανής επίδραση της μεταφυσικής του Νεοπλατωνισμού στην Δυτική θεολογία. Κάλλιστα μπορούμε να ομιλούμε για οντολογία αναφερόμενοι στις σχέσεις, στους λόγους των κτιστών όντων (πρβλ. την οντολογία του αγίου Μαξίμου Ομολογητού), αλλά είναι ριψοκίνδυνο, όταν μιλούμε για οντολογικές σχέσεις με την Αγία Τριάδα. Κανένας Πατέρας δεν το έχει τολμήσει, αφού για τους Πατέρες ο Θεός δεν θεωρείται τόσο “ον”, “ύπαρξη”, αλλά κυρίως ως “μη Ον”, και συνεπώς δεν υπόκειται σε γνωστές, διανοητικές, επίγειες οντολογικές σχέσεις. Βλ. αγίου Ιω. Δαμασκηνού: «Οικειότερον δε μάλλον εκ της πάντων αφαιρέσεως ποιείσθαι τον λόγον· ουδέν γαρ των όντων εστίν, ου ως μη ων, αλλ’ ως υπέρ πάντα τα όντα και υπέρ αυτό το είναι ων». Έκδοσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως 1, 4, PG 94, 800BC.


[10] «Δει μεν γαρ ημίν ομοιώσεως, ως εναρμονίως σχώμεν προς την ένωσιν εκείνην, δι’ ης η θέωσις τελείται. Χωρίς δε της ενώσεως η ομοίωσις ουκ αποχρήσει προς θέωσιν». Περί θεοποιού μεθέξεως 7, Συγγράμματα, τομ. Β , σ. 142.


[11] Οι Ρωμαιοκαθολικοί ισχυρίζονται ότι μετά την πτώση παρέμεινε άθικτη η ανθρώπινη φύση. (Πρβλ. π. Ιω. Ρωμανίδη, Το Προπατορικόν αμάρτημα 31992, σ. 156). Δηλαδή ότι με την παράβαση έγινε ένα λάθος από την λογική του ανθρώπου και η θεραπεία της ανθρώπινης προσωπικότητας έγκειται στην διόρθωση της λογικής. Από εδώ αρχίζει όλη η λογικοκρατία της Δυτικής θεολογήσεως, ώστε να αποδεχθεί και να δογματίσει την θέση του Θωμά Ακινάτη ότι η ανθρώπινη λογική συμφωνεί με την θεία αποκάλυψη (πρβλ. Στ. Παπαδοπούλου, Ελλ. μεταφρ. θωμιστ. έργων – Φιλοθωμισταί & αντιθωμ. εν Βυζαντίω, Αθήναι 1967, σ. 126-127). Αντίθετα οι Διαμαρτυρόμενοι και Προτεστάντες θεωρώντας ότι με την πτώση διεστράφη πλήρως η ανθρώπινη προσωπικότητα, ακόμα και αυτή η προαίρεση, το αυτεξούσιο, οδηγούνται στον απόλυτο προορισμό (Καλβίνος, Λούθηρος).


[12] Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,2,3, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 396.


[13]«Προύργου δε αυτοίς η του νου προς εαυτόν επιστροφή και σύννευσις, μάλλον δε πασών των της ψυχής δυνάμεων, ει και θαυμαστόν ειπείν, προς τον νουν επιστροφή και η κατ’ αυτόν τε και Θεόν ενέργεια, δι’ ης επεσκευασμένοι προς το πρωτότυπον ευ διατίθενται, το αρχαίο εκείνο και αμήχανον κάλλος, επανθούσης της Χάριτος». Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 7,40, Συγγράμματα, τομ. Γ , σ. 492.


[14]«Η κλήσις του Κυρίου απευθύνεται πρωτίστως εις την καρδίαν, το πνευματικόν κέντρον του προσώπου… Η φλοξ της αγάπης ελκύει ολοτελώς τον νουν εις την καρδίαν και τακείς ούτος δια της φλογός ταύτης ενούται μετά της καρδίας εις εν και θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης. Ο άνθρωπος “ενοποιείται”, θεραπεύεται». Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σ. 272-273.


[15]«Άλλο μεν ουσία νου, άλλο δε ενέργεια». Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,2,5, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 397.


[16]Ο ησυχαστής Κάλλιστος Αγγελικούδης (β μισὸ του 14ου αι.) στο αντιρρητικό του έργο Κατά Θωμά ορίζει την καρδιά ως «το περιεκτικόν των της ψυχής απασών δυνάμεων». Στυλ. Παπαδόπουλου, Ορθόδοξη & Σχολαστική Θεολογία, Αθήναι χ.χρ., κεφ. 381, σ. 201. Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης την ορίζει ως κέντρο φυσικό, παραφυσικό, υπερφυσικό. Bλ. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, εκδ. «Ο άγιος Νικόδημος», Αθήναι χ.χρ., σ. 110-115.


[17]Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,2,3, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 396.


[18]Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2,2,26, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 533.


[19] Ο.π.


[20] Ο άγιος Γρηγόριος στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,2,5, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 398, χρησιμοποιεί το κλασικό χωρίο από την επιστολή του Μ. Βασιλείου, Προς Γρηγόριον Θεολόγον 2,2, PG 32, 228Α: «Νους μη σκεδαννύμενος επί τα έξω επάνεισι προς εαυτόν, δι’ εαυτού προς τον Θεόν». Πρβλ. και Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2,2,25, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 532, στ. 27-30.


[21] «Ούτω και ο νους αν η νοεράν έχων αίσθησιν ορώη καθ’ εαυτόν ενεργεία γένοιτο μη του θείου μετασχών φωτός», Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 7, 33, Συγγράμματα, τομ. Γ , σ. 485. Επίσης βλ. στο Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1, 3, 46, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 458 «χωρίς (το άκτιστο φως) ουδ’ αν νους η νοεράν έχων αίσθησιν ορώη τοις υπέρ εαυτόν ενούμενος καθάπερ ουδέ οφθαλμός σώματος του κατ’ αίσθησιν φωτός χωρίς».


[22] «Η χάρις του Θεού βλέπεται νοερώς και γνωρίζεται εν αισθήσει νοός μόνον εν ώρα της προσευχής». Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας, 41992, σ. 335. Βλ. και του αρχιμ. Εφραίμ, Προηγουμένου Ι. Μονής Φιλοθέου, «όπου η ενέργεια της ευχής, εκεί ο Χριστός συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, η ομοούσιος και αδιαίρετος Αγία Τριας». «Κεφάλαια περί προσευχής», στο περιοδικό Σύναξη 10 (1984), σ. 43, κεφ. β.


[23] Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης συστήνει σε αυτόν που λέγει την μονολόγιστο ευχή, το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, «ο λόγος να μελετά την ευχήν αυτήν, ο δε νους να καταβιβάζη την νοεράν ενέργειάν του μέσα εις την καρδίαν και να προσέχη νοερώς με όλην την δύναμίν του». Νικοδήμου Αγιορείτου, Εξομολογητάριον, εκδ. «Ο άγιος Νικόδημος», Αθήναι χ.χρ., σ. 44-45.


[24] «Και ούτος αν μην πίστην προσαγάγη την μόνην της υπέρ λόγον αληθείας δεκτικήν», Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2, 2, 12, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 519.


[25] Γ. Μαντζαρίδη, Η εμπειρική θεολογία στην οικολογία και την πολιτική, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 27-28.


[26] Ο νοησιαρχικός Βαρλαάμ (1290-1350) επίσκ. Ιέρακος (1341-1350) και σκαπανεύς της Ιταλικής Αναγεννήσεως, αν και έγραψε κατά του Doctor Communis, Doctor Angelicus, Princeps Scolasticorum Θωμά Ακινάτη (†1274), κάλλιστα θα μπορούσε να καταταχθεί στους σχολαστικούς θεολόγους της Δύσεως, γιατί είχε τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις αυτών (περί της ανάπτυξης των Σχολών στην Δύση βλ. Η Σχολαστική διανόησις του Ε. Μουτσόπουλου, εκδ. Γρηγόρη). Έτσι η φιλοσοφίζουσα διαλεκτική θεολογία του Βαρλαάμ, μη εμπειρική και αποδεικτική, οδηγεί στον αγνωστικισμό και τελικά στην αποδοχή του Filoque, στην μη διάκριση θείας ουσίας και ενέργειας, στην θέα της θείας ουσίας, στην κτιστή Χάρη και στις τόσες άλλες αιρετικές δοξασίες των Λατίνων. Το θεολογικοφιλοσοφικό σύστημα του Βαρλαάμ αποτελεί ένα αμάλγαμα αιρέσεων (πρβλ. Έκθεσις δυσσεβημάτων, Συγγράμματα, τομ. Β , σ. 579-586). Είναι φανερό ότι ο Βαρλαάμ αποτελεί ένα γνήσιο εκφραστή και φορέα της φραγκολατινικής θεολογίας και σίγουρα όχι της ορθόδοξης βυζαντινής παραδόσεως. Περί των θέσεων αυτών βλ. π. Θεοδώρου Ζήση, Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Αθήνα 1984, σ. 31-34, επίσης στο έργο του Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, 21984, σ. 42-46 και σημ. 380.


[27] «Πόθεν δη τω τηλικούτω βόθρω περιέπεσεν; έροιτό τις αν. Επεί λόγω και φιλοσοφία φυσική τα υπέρ λόγον τε και φύσιν εξηρεύνησεν». Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3, 3, 3, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 680.


[28] Ο Αυγουστίνος (354-430) επηρεασμένος από την φιλοσοφία του Νεοπλατωνισμού και μη έχοντας γνώση της Πατερικής γραμματείας έπεσε σε σφάλματα όταν ομιλούσε περί προορισμού, θείας Χάριτος, αγίας Τριάδος, για την οποία προσπαθούσε να αποδείξει με συλλογισμούς την καθ’ ύπαρξιν προέλευση των προσώπων διαμέσου της μεθόδου των ψυχολογικών αναλογιών. Συνεχίζει ο οξυνούστερος των διαλεκτικών (fides quaerens intellectum) Άνσελμος Καντερβουρίας (1033-1109) με το «πιστεύω για να κατανοήσω» (credo ut intellectum), ο Θωμάς Ακινάτης (†1274), άγιος της Λατινικής Εκκλησίας ο οποίος θέτει ως δόγμα ότι η λογική του ανθρώπου μπορεί να φθάσει στην γνώση της ουσίας του Θεού που είναι η έσχατη ευδαιμονία και φτάνουμε στην εποχή μας, όπου σύγχρονοι Δυτικοί θεολόγοι (π.χ. R. Bultmann) ομιλούν για ανάγκη απομυθεύσεως (Entmythologisierung) της Αγίας Γραφής.


[29] Ο ορθολογισμός (rationalism) στην θεολογία, θεωρώντας την διάνοια ως αυθεντία, έχει εισέλθει δια της φιλοσοφίας, του Σχολαστικισμού, της ακαδημαϊκής μη εμπειρικής θεολογίας και στην σύγχρονη θεολογία. Βλ. για την ταύτιση του σχολαστικού=ακαδημαϊκού στα Πρακτικά Συνεδρίου αγ. Γρηγορίου Παλαμά 1984, σ. 84 την εισήγηση του Ν. Ματσούκα, «Η διπλή θεολογική μεθοδολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά», σ. 75-105, στην οποία ο καθηγητής κ. Ν. Ματσούκας έμμεσα διακρίνει μεταξύ λογικής και νοεράς ενέργειας αφού η Πατερική θεολογία έχει διπλή θεολογική μέθοδο, την χαρισματική θεολογία, κατά την οποία βιώνεται το άκτιστο (με τον νου ως όργανο της θείας εποψίας), και την επιστημονική που γίνεται με την λογική. Η δε Σχολαστική θεολογία έχει μία θεολογική μέθοδο, δια της λογικής. Αναλυτικά περί της θεολογικής μεθόδου βλ. π. Ιω. Ρωμανίδη, Δογματική και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τομ. Α , 1983, σ. 10-20 και σ. 65-109.


[30] Απειλεί δε με ευλογοφανείς προτάσεις και το Τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας π.χ. κατάργηση τέμπλου, αλλαγή εκκλησιαστικής γλώσσας, συντόμευση ακολουθιών κ.λ.π.


[31] Το άνοιγμα της καρδιάς και η είσοδος του νου (νοεράς ενέργειας) σε αυτήν γίνεται μόνο με την παρουσία της θείας Χάριτος. Οι καταστάσεις, πνευματικές εμπειρίες που περιγράφονται από τον Ανατολικό Μυστικισμό ως δόνηση καρδίας, νοητική στάση, έκσταση, ενόραση πνευματικών φώτων η είναι φυσικές, συναισθηματικές κινήσεις της καρδιάς η διανοητικές και φανταστικές η τελικά μία θέα κτιστών φώτων της ανθρώπινης διανοίας και των δαιμόνων, αλλά σε καμμία περίπτωση εμπειρία της άκτιστης θεοποιού Χάριτος. Οι δε “εμπειρίες” αυτές, δεν είναι και ακίνδυνες για την ψυχοσωματική υγεία του ανθρώπου, σε πολλές περιπτώσεις έχουν επιφέρει και τον θάνατο (βλ. π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, Προσευχή η διαλογισμός, Αθήνα 1993, σ. 197-198).


[32] Πρβλ. Ψαλ. 23, 3.


[33] «Όταν γαρ άπαν αισχρόν πάθος ένοικον απελαθή και ο νους … αυτός τε προς εαυτόν και τας άλλας της ψυχής δυνάμεις επιστρέψας ολοκλήρως τη γεωργία των αρετών φιλοκαλήση την ψυχήν, προϊών επί το τελεώτερον και πρακτικάς έτ’ αναβάσεις διατιθέμενος και επί πλέον, Θεού συναιρουμένου, πλύνων εαυτόν, ου τα του πονηρού μόνου αποσμήχει κόμματος, αλλ’ άπαν επίκτητον εκ μέσου ποιείται, καν της χρηστοτέρας η μοίρας και διανοίας». Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 7,34, Συγγράμματα, τομ. Γ , σ. 487. Βλ. και Προς Ξένην 58, Συγγράμματα, τομ. Ε , 1992, σ. 223.


[34] «Εντεύθεν η κατ’ αρετήν θεοειδής και απαράμιλλος έξις και το προς κακίαν όλως ακίνητον η δυσκίνητον, αι τε θαυματοποιίαι και το διοράν τε και προοράν». Εις τον Βίον του οσίου Πέτρου του εν Άθω 20, Συγγράμματα, τομ. Ε , σ. 172 και Προς Ξένην, σ. 225 και Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 7, Συγγράμματα, τομ. Γ, σ. 491.


[35] «Ούτω καν μυριάκις περί των θείων θησαυρών διανοήση, μη πάθης δε τα θεία, μηδέ ίδης τοις νοεροίς και υπεράνω της διανοίας οφθαλμοίς, ούτε οράς, ούτε έχεις ούτε κέκτησαί τι των θείων αληθώς». Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1, 3, 34, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 445.


[36] Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,15, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 425.


[37] Πρβλ. ο.π. 1,3,34, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 445 και 1, 3, 42, σ. 453.


[38] Ενδεικτικά αναφέρουμε από τον καθαρά ακαδημαϊκό χώρο τον καθηγητή κ. Γ. Μαντζαρίδη, ο οποίος δανειζόμενος τον όρο “κατανοούσα” από την Κοινωνιολογία (Max Weber) ομιλεί για κατανοούσα ακαδημαϊκή θεολογία. «Κατ’ αυτήν ο ερευνητής όχι μόνο δεν αποκλείει από την έρευνά του την θεολογική εμπειρία, που είναι εμπειρία του ακτίστου, αλλά και προσπαθεί, όσο μπορεί, να την κατανοήσει και να την παρουσιάσει. Η κατανόηση εδώ δεν έχει βέβαια διανοητικό, αλλά βαθύτερο πνευματικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται για διανοητική προσπέλαση, αλλά για πνευματική προσέγγιση, που πραγματοποιείται με την ενέργεια του ανθρώπινου νου, όπως επισημαίνεται στην βιβλική και την πατερική ανθρωπολογία». Πιο κάτω τονίζει ότι «η άσκηση γίνεται μέθοδος της θεολογικής γνώσεως η της θεολογικής επιστήμης. Και η μεθοδολογία της θεολογικής επιστήμης συμπίπτει ουσιαστικά με την μεθοδολογία της ασκητικής τελειώσεως… Η καθαρότητα δηλ. της καρδιάς αποτελεί την προϋπόθεση της θεοπτίας, που είναι η πηγή της εμπειρικής θεολογίας». Γεωργίου Μαντζαρίδη, Πρόσωπο και θεσμοί, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 64 και σ. 73. Πρβλ. και το χωρίο του αγίου Ιω. Κλίμακος: «τέλος αγνείας, θεολογίας υπόθεσις» Λόγος 30, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1978, σ. 376.


[39] Α Πέτρ. 3, 4.


[40] «Όταν ανακύψη και κατοπτεύση τον εντός άνθρωπον, τέως μεν ενιδών το προσγενόμενον ειδεχθές προσωπείον…». Εις τον Βίον του οσίου Πέτρου του εν Άθω 18, Συγγράμματα, τομ. Ε , σ. 171.


[41] «Μία φιλοσοφία που θέλει να εξηγήση τα πάντα με βάση την λογικότητα της ύπαρξης, δεν μπορεί να βρη λογικότητα σ’ αυτή την ύπαρξη έξω από το πρόσωπο που την παράγει, την μεταδίδει και την συλλαμβάνει. Κάποτε, οι άνθρωποι είχαν εξαπατηθή από μία τέτοια φιλοσοφική η επιστημονική “λογική” εξήγηση της ύπαρξης». π. Δημ. Στανιλοάε, Αγίου Μαξίμου Ομολογητού, Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, στην σειρά, Επί τας πηγάς, Αθήνα 1978, σ. 33.


[42] Πρβλ. Ματθ. 11, 28.


[43] Πρβλ. Απολυτίκιο του Αγίου. Ο Παλαμάς στα αντιρρητικά έργα του πολύ συχνά αναφέρει ότι «απολογείται περί Χάριτος».


[44] Όταν σε αυτό το χωρίο ο Παλαμάς λέει την ψυχή μόνο λογική, δεν σημαίνει ότι η ψυχή δεν είναι και νοερά. Ακολουθώντας τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό (βλ. Εκδ. ακρ. ορθ. πίστεως, κεφ. 26, ΡG 94, 920 BC «ψυχήν δε λογικήν και νοεράν δια του οικείου εμφυσήματος δους αυτώ», 924 ΒC, «ψυχή τοίνυν εστίν ουσία ζώσα… λογική τε και νοερά»), όταν θέλει να ορίσει την ψυχήν δεν ξεχνά το “νοερά”. Βλ. ενδεικτικά στα Κεφάλαια, Συγγράμματα, τομ. Ε , «πάσα λογική και νοερά φύσις … αλλ’ η μεν εν ημίν λογική και νοερά φύσις» κεφ. 30, σ. 51. «Η λογική και νοερά ψυχή ουσίαν μεν έχει την ζωήν» κεφ. 33, σ. 52. «Η νοερά και λογική φύσις της ψυχής» κεφ. 39, σ. 56. «Μόνοι γαρ ημείς των κτισμάτων απάντων προς τω νοερώ τε και λογικώ τε και το αισθητικόν έχομεν» κεφ. 63, σ. 71. Περί του τρισυποστάτου” του ανθρώπου βλ. και το πολύ ωραίο χωρίο του αγίου Συμεών Ν. Θεολόγου από την Κατήχηση 15, Sources Chrétiennes, τομ. 109, σ. 228, «Ω του θαύματος, ότι άνθρωπος Θεώ ενούται πνευματικώς τε και σωματικώς, είπερ ου χωρίζεται του νου η ψυχή ουδέ της ψυχής το σώμα, αλλά τη ουσιώδει ενώσει γίνεται τρισυπόστατος κατά Χάριν και ο άνθρωπος εις θέσει Θεός εκ σώματος και ψυχής και ούπερ μετείληφε θείου Πνεύματος».


[45] Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,43, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 454.


[46] «Και ο επιτυχών της θεώσεως άνθρωπος επ’ αμφοτέρων εικότως, καλείται νυν μεν άναρχος και αΐδιος και ουράνιος, ως ανωτέρω μικρόν ακηκόαμεν, δια την Χάριν την άκτιστον και αεί ούσαν εκ του αεί όντος Θεού, νυν δε καινή κτίσις και νέος άνθρωπος». Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 3,15, Συγγράμματα, τομ. Γ , σ. 172.


[47] Πρβλ. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3,2,12, Συγγράμματα, τομ. Α , σ. 666, στ. 21.
 osiaefxi.com

Τί είπε γιά την άλλη ζωή ο εμφανισθείς ηγούμενος πού πνίγηκε στό Σινούκ...

pARSENIOSmaxaira 
Ηγούμενος Αρσένιος Μαχαιριώτης:10 χρόνια από την κοίμησή του...
Το μακάριο τέλος του καί η εμφάνισή του σέ έναν ασκητή ! Τί τού είπε...
....Τον προβλημάτιζε το ταξίδι του στο Άγιο Όρος, συνεχώς μου το ανέφερε και έψαχνε τρόπο να το αποφύγει...
Όμως ήταν υποχρεωμένος, γιατί ο μακαριστός Πατριάρχης του ζήτησε να τον συνοδέψει στο Άγιο Όρος ως έχον εμπειρία του τρόπου και του τόπου του Αγίου Όρους. Έτσι, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.
Ενθυμούμε, είχαμε τότε  Ιερά Σύνοδο την Παρασκευή. Ήταν στη σύνοδο μαζί μας γιατί μετείχαν και οι ηγούμενοι τότε των σταυροπηγιακών μονών.

Φεύγοντας, ένας αδελφός που ήταν μαζί μου τον βρήκε στην αυλή και του λέει, «άντε π. Αρσένιε να πας και να έρθεις γρήγορα, έχομε εκλογές τώρα».
Του λέει, «θα πάω αλλά δε θα έρθω θα μείνω εκεί», του λέει «θα μείνεις για πάντα στο Άγ. Όρος;» του λέει, «θα μείνω εκεί· θα κάνετε μόνοι σας τις εκλογές...».
Τέλειωσε η σύνοδος και ο αδελφός, προβληματισμένος, μου λέει, «μα ο π. Αρσένιος σκέφτεται να μείνει στο Άγ. ΄Ορος». Του λέω «μακάρι να μείνει αλλά δε θα μείνει, έχει πολλές δουλειές να κάνει εδώ».
Εξομολογούσα ώς αργά το βράδυ 11.00-11:30, στο κτήριο της μητρόπολης μέσα, γιατί τότε φτιάχναμε το μητροπολιτικό ναό.
Έρχεται ένας αδελφός καί μου λέει: «ξέρεις, παίρνει τηλέφωνο ο ηγούμενος Αρσένιος· θέλει να σου μιλήσει...».

Του λέω: «ο Αρσένιος είναι αθκιασερός-που λέμε και στην Κύπρο- πήγε στην Αθήνα· εγώ πνίγομαι, χάνομαι, πες του δεν έχω χρόνο». Έκλεισε και ξαναπήρε 3-4 φορές. Μου λέει ο αδελφός ότι επιμένει και θέλει να σου μιλήσει.
Λέω, μα τι έπαθε, τι συμβαίνει τέτοια ώρα, αφού αύριο φεύγουν για Άγιο  Όρος τί έπαθε, τι θέλει;
Τέλος πάντων άντε, αφού επιμένει, δώσε μου τον. Ένωσε τη γραμμή, και του λέω «τι θέλεις ρε Αρσένιε τέτοια ώρα, έχω κόσμο πολύ εξομολογώ, πέρασε η ώρα». Μου λέει, γέροντα θέλω να σου πω ότι φοβάμαι πάρα πολύ αυτό το ταξίδι, του λέω αν εφοβάσουν να μην επήαινες, αύριο θα’ σαι στο Άγ. Όρος, αλί μας εμάς που έχουμε χίλιες δουλειές.
Μου λέει φοβάμαι το ελικόπτερο, -εγώ δεν ήξερα ότι θα πάνε με ελικόπτερο- μα τι ελικόπτερο του λέω, μου λέει, εν με ελικόπτερο που θα πάμε από Αθήνα Άγ. Όρος, του λέω ό,τι πάθεις με τον πατριάρχη θα’ σαι, μη φοβάσαι καημένε.
Μιλήσαμε λίγο, ήταν πολύ προβληματισμένος, πολύ ανήσυχος, κλείσαμε έκανα κι εγώ τον σταυρό μου λέω ο Θεός να τους βοηθήσει, λέω φοβητσιάρης είναι, ήταν λίγο φοβητσιάρης ο Αρσένιος, παρόλο που ήταν γεροδεμένος. Φοβήθηκε λέω το ελικόπτερο, έβαλα κι εγώ χίλιους λογισμούς και το πήρα λίγο στο αστείο.
Όμως δυστυχώς φαίνεται όλα αυτά ήταν μια προετοιμασία από το Θεό ότι ήταν να τον πάρει κοντά του. Μέχρι που ακούσαμε τη δύσκολη είδηση, ότι χάθηκε το ελικόπτερο κι όλα τα επακόλουθα...
Στη συνέχεια μπήκαμε στην ανθρώπινη εκείνη ατμόσφαιρα του πένθους. Ήμουν στη Μονή Μαχαιρά όταν έψαχναν να βρούν το λείψανο του πατριάρχου και όλων των υπολοίπων κεκοιμημένων, και ακούσαμε ότι βρέθηκε.
Ένας ασκητής, σοβαρός άνθρωπος, του οποίου δεν μπορώ να αποκαλύψω το όνομα, με πήρε τηλέφωνο από το Αγ. Ορος και μου λέει ότι,
ένας γείτονας μου εδώ ασκητής, είδε εν πνεύματι στην προσευχή του τον π. Αρσένιο και του λέει,
«ξέρεις, μας ψάχνουν εδώ στη θάλασσα αλλά εμείς είμαστε στον ουρανό, τι μας ψάχνουν;».
Αυτός δεν τον ήξερε και τον είδε όπως ήταν. Λέω κανείς δεν αμφιβάλλει ότι είναι στον ουρανό.
Στη συνέχεια ανευρέθηκαν τα λείψανα, ετοιμάστηκαν, τα φέραμε στην Κύπρο, έγινε η νεκρώσιμος ακολουθία και έκτοτε η παρουσία του είναι ζωντανή ανάμεσα μας και χωρίς καμιά διάθεση οποιασδήποτε προβολής ή λογισμού, μπορώ να πω ότι αισθανόμαστε τις προσευχές του, την παρουσία του και στη ζωή της μονής και στη ζωή της αδελφότητας και στην προσωπικής μου ζωή.
Αισθανόμαστε ότι έχουμε ένα άνθρωπο ο οποίος παρίσταται ενώπιον του Θεού και πρεσβεύει για μας. Αυτός που ήταν μαθητής και υποτακτικός μας και μικρότερος σε ηλικία από μας, έγινε δάσκαλος και οδηγός γιατί πάνω απ’ όλα μας δίδαξε την ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων, μας δίδαξε πόσο μάταια είναι τα πράγματα του κόσμου τούτου και πόσο ψεύτικα είναι αυτά που γίνονται σε αυτό τον κόσμο χωρίς τη σφραγίδα του Θεού.
Γι αυτό το λόγο η ανάμνηση του και η ζωή του έγιναν όλους μας που τον ζήσαμε, το καλύτερο μάθημα. Μας έδωσε το τελευταίο μάθημα, με τη ζωή του και το Άγιο τέλος του και το Άγιο λείψανο του που αναπαύεται εκεί στα σκηνώματα της Παναγίας του Μαχαιρά που από μικρό παιδί επισκεπτόταν το μοναστήρι.
Από το Γέροντά του,
Μητροπολίτη Λεμεσού κ. Αθανάσιο

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Το Τριαδικό Δόγμα κατά τον σεβ. μητροπολίτη Γόρτυνος κ. Ιερεμία

αγια τριαδα 2.jpg
Το Τριαδικό Δόγμα κατά τον σεβ. μητροπολίτη Γόρτυνος κ. Ιερεμία
Ὁ σεβασμιώτατος μητροπολίτης Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμίας, στὸ 10ο διαδικτυακὸ μάθημα κατηχήσεώς του, ἀσχολεῖται μὲ τὸ βασικὸ Δόγμα τῆς χριστιανικῆς Πίστης, τὸ Τριαδικό. Τὰ προηγούμενα κατηχητικὰ μαθήματά του μπορεῖτε νὰ τὰ ἀναζητήσετε στὸν σχετικὸ σύνδεσμο τῆς “Κατανυξης”
Μὲ τὴν βαθιὰ πανεπιστημιακή του κατάρτιση καὶ μὲ τὴν ποιμαντική του μέριμνα καὶ φροντίδα, προσφέρει μὲ ἁπλὸ τρόπο τὰ ἱερὰ γράμματα στὸν λαὸ τῆς ἐπαρχίας του ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους μας. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του!
Τὸ βασικότατο αὐτὸ μάθημα γιὰ τὴν κατάρτιση τοῦ χριστεπώνυμου πληρώματος στὰ θεολογικὰ γράμματα τῆς Πίστης μας, συνοψίζεται στὰ ἑξῆς σημεῖα:
  • Τά τρία δάκτυλα τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ, δηλώνουν τά τρία Πρόσωπα τῆς θεότητος...
  • Τό Τριαδικό δόγμα εἶναι σπουδαιότατο, εἶναι «τό κεφάλαιο τῆς πίστεως», ὅπως τό λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος…
  • Γιατί νά πιστεύουμε τόν Θεό ὡς τρία πρόσωπα καί ὄχι ἕνα;...
  • Τά ἄλλα μεγάλα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας... βασίζονται πάνω στό τριαδικό δόγμα…
  • Κάθε λατρευτική ἀκολουθία ἀρχίζει μέ τήν Ἁγία Τριάδα καί τελειώνει μέ τήν Ἁγία Τριάδα…
  • Τό δόγμα τῆς Παναγίας Τριάδος… εἶναι ἀκατάληπτο στό περιορισμένο ἀνθρώπινο πνεῦμα μας…
  • Περιλαμβάνει δυό θεμελιώδεις ἀλήθειες. Ὁ Θεός εἶναι τρία Πρόσωπα ὁμοούσια και τά τρία θεῖα Πρόσωπα ἔχουν καί προσωπικά ἰδιώματα…
  • Οἱ ἅγιοι Πατέρες καλοῦν τήν Ἁγία Τριάδα Μονάδα ἐν Τριάδι, μιά Τρισυπόστατη Ἑνότητα…
  • Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη στήν Ἁγία Τριάδα κατά τήν λατρεία τήν ἐπικαλεῖται στόν ἑνικό καί ὄχι στόν πληθυντικό ἀριθμό, λόγω τῆς μιᾶς θείας Οὐσίας…
  • Ὁ Θεός εἶναι «πάνω» ἀπό μᾶς, ὁ Θεός εἶναι «μέ» μας, ὁ Θεός εἶναι «σέ» μᾶς καί σ᾽ ὅλη τήν δημιουργία…
  • Στόν Θεό ὑπάρχει αἰώνια ἀληθινή ἑνότητα… Οἱ ἐκφράσεις «Πατέρας», «Υἱός» καί «Πνεῦμα»…

TO ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

† Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ IΕΡΕΜΙΑΣ 

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ

ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ

  ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ

Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Μάθημα  10ον

Γενικά περί τοῦ δόγματος
1. Ἄν μᾶς ρωτήσουν τί πιστεύουμε γιά τόν Θεό μας, ἄς ἑνώσουμε τά τρία δάχτυλα τοῦ δεξιοῦ μας χεριοῦ, ὅπως ὅταν κάνουμε τόν Σταυρό μας, καί νά ποῦμε: Αὐτό πιστεύουμε γιά τόν Θεό μας. Τά τρία δάκτυλα δηλώνουν τά τρία Πρόσωπα τῆς θεότητος· εἶναι διαφορετικά πρόσωπα, ἀλλά ἑνωμένα. Ὁ Θεός μας εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα: Ὁ Πατέρας, Ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιος καί ἀχώριστος. Στόν Θεό μας, λέει ὁ ἐπίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ, ὑπάρχει «πραγματική διαφοροποίηση καί ἀληθινή ἑνότητα». Ἀκόμη στόν Θεός μας ἔχουμε ὄχι μόνο ἑνότητα, ἀλλά καί «κοινωνία». Στόν Θεό μας ἔχουμε ἑνότητα τριῶν Προσώπων μέ κοινωνία μεταξύ τους. Εἶναι τρία ἴσα Πρόσωπα, πού τό καθένα κατοικεῖ μέσα στά ἄλλα δύο.
2. Τό Τριαδικό δόγμα εἶναι σπουδαιότατο, εἶναι «τό κεφάλαιο τῆς πίστεως», ὅπως τό λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος· γιατί ὁ σκοπός τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς εἶναι νά βιώσουμε αὐτό τό δόγμα. Νά γίνουμε ὅλοι ἕνα συνεπαρμένοι τελείως μέσα στόν κύκλο τῆς ἀγάπης πού ὑπάρχει στόν Θεό. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός τήν νύχτα προτοῦ νά σταυρωθεῖ προσευχήθηκε στόν Πατέρα Του καί εἶπε: «Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθώς Σύ, Πάτερ, ἐν Ἐμοί κἀγώ ἐν Σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν Ἡμῖν ἕν ὦσιν» (Ἰωάν. 17,21).
Μπορεῖ κάποιος νά ἐρωτήσει: Γιατί νά πιστεύουμε τόν Θεό ὡς τρία πρόσωπα καί ὄχι ἕνα; Σ᾽ αὐτό θά ἀπαντήσουμε μέ τήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ, πού γνωρίζουμε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Ὁ Θεός μας κατά τήν Ἁγία Γραφή εἶναι πρόσωπο καί ἀγάπη (βλ. Ἐξ. 3,14. Α´ Ἰωάν. 4,8). Καί ὁ ἄνθρωπος, ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι καί αὐτός πρόσωπο καί ἀγάπη. Καί τό πρόσωπο, μέ τήν ἰδιότητα τῆς ἀγάπης, θέλει νά ἔχει ἀγαπητική κοινωνία μέ ἄλλα πρόσωπα. Ἔτσι ἔχουμε τήν ἔννοια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐπειδή, λοιπόν, πιστεύουμε τόν Θεό ὡς πρόσωπο καί ὄχι ὡς μιά ἀφηρημένη δύναμη καί ἐπειδή ἀκόμη τόν πιστεύουμε ὡς ἀγάπη, γι᾽ αὐτό τόν πιστεύουμε ὡς Τριαδικό.1 
3. Τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι θεμελιῶδες δόγμα τῆς πίστης μας. Τά ἄλλα μεγάλα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας καί πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα τό δόγμα τῆς Λύτρωσής μας, βασίζονται πάνω σ᾽ αὐτό τό δόγμα. Λόγω αὐτῆς τῆς εἰδικῆς σπουδαιότητας πού ἔχει αὐτό τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό συναντᾶμε σ᾽ ὅλα τά Σύμβολα τῆς πίστης μας καί σ᾽ ὅλες τίς ἰδιωτικές ὁμολογίες πού γράφτηκαν σέ διάφορες περιπτώσεις ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καί σ᾽ ὅλους τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας. Κάθε λατρευτική ἀκολουθία ἀρχίζει μέ τήν Ἁγία Τριάδα καί τελειώνει μέ τήν Ἁγία Τριάδα. Οἱ κανόνες τῶν ἑορτῶν καί τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας τελειώνουν μέ ὕμνο στήν Ἁγία Τριάδα (τό «Δόξα Πατρί...»)  καί στήν Παναγία μας (τό «Καί νῦν καί ἀεί...»).
Τό δόγμα τῆς Παναγίας Τριάδος, ὅπως εἶναι τό σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα τά δόγματα τῆς πίστης μας, ἔτσι εἶναι καί τό περισσότερο ἀκατάληπτο στό περιορισμένο ἀνθρώπινο πνεῦμα μας. Γι᾽ αὐτό καί οἱ μεγαλύτεροι ἀγῶνες πού δόθηκαν στήν παλαιά Ἐκκλησία ἦταν γιά τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί γιά τίς ἀλήθειες πού συνδέονται ἄμεσα μέ τό δόγμα αὐτό.
4. Τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος περιλαμβάνει δυό θεμελιώδεις ἀλήθειες:
Α. Ὁ Θεός εἶναι τρία Πρόσωπα, ἀλλά ἑνωμένα στήν μία θεία Οὐσία. Εἶναι ὁμοούσια. Ἤ, γιά νά τό ποῦμε διαφορετικά, ὁ Θεός εἶναι ἕνας στήν Οὐσία, ἀλλά εἶναι Τρισυπόστατος, εἶναι δηλαδή τρία τά Πρόσωπα τῆς θεότητας.
Β. Τά τρία θεῖα Πρόσωπα, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἄν καί εἶναι ὁμοούσια καί ἔχουν τίς ἴδιες θεῖες ἰδιότητες, ὅμως ἔχουν καί προσωπικά ἰδιώματα. Τά ἰδιώματα αὐτά δέν εἶναι κοινά καί τῶν τριῶν Προσώπων, γι᾽ αὐτό τά λέμε «ἀκοινοποίητα» ἰδιώματα· ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος· ὁ Υἱός γεννᾶται ἀπό τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες καλοῦν τήν Ἁγία Τριάδα Μονάδα ἐν Τριάδι, μιά Τρισυπόστατη Ἑνότητα. Πολλές φορές, προσευχές πού ἀπευθύνονται σέ ἕνα Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος τελειώνουν μέ δοξολογία καί πρός τά Τρία Πρόσωπα· γιά παράδειγμα: Ἀναφερόμενοι στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό λέγομε, «Ὧι πρέπει πᾶσα δόξα τιμή καί προσκύνησις»· καί συνεχίζοντας λέγομε: «Σύν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί καί τῷ Παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ Αὐτοῦ Πνεύματι νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη στήν Ἁγία Τριάδα κατά τήν λατρεία τήν ἐπικαλεῖται στόν ἑνικό καί ὄχι στόν πληθυντικό ἀριθμό, λόγω τῆς μιᾶς θείας Οὐσίας. Γιά παράδειγμα: «Ὅτι Σέ (καί ὄχι «Ὑμᾶς») αἰνοῦσι πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν καί Σοί (καί ὄχι «Ὑμῖν») τήν δόξαν ἀναπέμπουσι, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
5. Ἀναγνωρίζοντας τήν μυστική φύση αὐτοῦ τοῦ δόγματος ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ βλέπει σ᾽ αὐτό μιά μεγάλη ἀποκάλυψη, ἡ ὁποία ἐξαίρει τήν πίστη μας ὡς ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπό κάθε μονοθεϊσμό, τόν ὁποῖο βρίσκουμε καί σέ θρησκεῖες πέρα ἀπό τόν χριστιανισμό. Τό Τριαδικό δόγμα δηλώνει τήν πληρότητα τῆς μυστικῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς στόν Θεό, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἐπεκτείνεται μόνο στόν δημιουργηθέντα ἀπ᾽ Αὐτόν κόσμο, ἀλλά βιώνεται πρῶτα μεταξύ τῶν Τριῶν θείων Προσώπων. Τό δόγμα τῶν Τριῶν θείων Προσώπων δηλώνει ἐπίσης πιό δυνατά σέ μᾶς τήν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο: ὁ Θεός εἶναι «πάνω» ἀπό μᾶς, ὁ Θεός εἶναι «μέ» μας, ὁ Θεός εἶναι «σέ» μᾶς καί σ᾽ ὅλη τήν δημιουργία.
«Πάνω» ἀπό μᾶς εἶναι ὁ Θεός Πατέρας, γιατί εἶναι ἡ πάντοτε ζῶσα Πηγή, ὅπως τό ψάλλουμε στήν θεία λατρεία· εἶναι ἡ ἀρχή ὅλων τῶν ὄντων, εἶναι ὁ Πατέρας τοῦ ἐλέους, πού ἀγαπᾶ καί φροντίζει γιά μᾶς, τά κατά χάρη τέκνα Του.
«Μέ» μᾶς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὁ Ὁποῖος γιά τήν σωτηρία μας σαρκώθηκε καί γνωρίσαμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια ὅτι ὁ Θεός εἶναι μαζί μας (Ματθ. 1,23), πολύ κοντά μας, ἀφοῦ ἔγινε ἄνθρωπος (Ἑβρ. 2,14).
«Σέ» μᾶς καί σέ ὅλη τήν δημιουργία, μέ τήν Χάρη Του καί τήν δύναμή Του, εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τό Ἅγιο Πνεῦμα πληροῖ ὅλα τά πράγματα, εἶναι ὁ Δοτήρας τῆς ζωῆς, ὁ Παράκλητος, ὁ Θησαυρός καί Πηγή ὅλων τῶν πραγμάτων. Τά Τρία θεῖα Πρόσωπα ἔχουν αἰώνια καί προαιώνια ὕπαρξη καί φανερώθηκαν στόν κόσμο μέ τήν Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὅτι εἶναι «μία Δύναμις, μία Οὐσία, μία Θεότης» (Στιχηρά τῆς Πεντηκοστῆς).
Ἀλλά, ἄν καί ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι μία Θεότης, ἕνας μόνος Θεός, ὅμως ὁ καθένας τους προαιώνια εἶναι ἕνα ξεχωριστό πρόσωπο. Ὁ Τριαδικός Θεός, λοιπόν, πρέπει νά περιγραφεῖ ὡς «τρία πρόσωπα σέ μιά οὐσία».
Στόν Θεό ὑπάρχει αἰώνια ἀληθινή ἑνότητα καί αὐτό τό δείχνει ὁ ὅρος «οὐσία», γιατί μία μόνο θεία οὐσία ὑπάρχει στόν Θεό· ἡ ἀληθινή ὅμως αὐτή ἑνότητα στόν Θεό συνδυάζεται καί μέ αὐθεντικά προσωπική διαφοροποίηση, ὅπως τό δείχνει ὁ ὅρος «πρόσωπο».
Οἱ ἐκφράσεις «Πατέρας», «Υἱός» καί «Πνεῦμα» δέν εἶναι «τρόποι» ἤ «διαθέσεις» τῆς θεότητας, δέν εἶναι μάσκες (ἄς ἐπιτραπεῖ νά τό ποῦμε ἔτσι), πού ὁ Θεός προσλαμβάνει γιά ἕνα διάστημα γιά τίς συναλλαγές του μέ τήν δημιουργία καί μετά τίς ἐγκαταλείπει. Οἱ ἐκφράσεις δηλώνουν τρία, ἰσότιμα καί συναΐδια, πρόσωπα. Ἕνας ἀνθρώπινος πατέρας εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τό παιδί του, ἀλλά ὅταν μιλᾶμε γιά τόν Θεό ὡς «Πατέρα» καί «Υἱό» δέν πρέπει νά κατανοοῦμε τούς ὅρους μέ τήν ἀνθρώπινη ἔννοια. Γιά τόν Υἱό πιστεύουμε ὅτι δέν ὑπῆρξε χρόνος κατά τόν ὁποῖο δέν ὑπῆρχε. Τό ἴδιο πιστεύουμε καί γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Καθένα ἀπό τά τρία θεῖα Πρόσωπα εἶναι πλήρης καί τέλειος Θεός. Κάθε θεῖο Πρόσωπο δέν εἶναι περισσότερο ἤ λιγότερο Θεός ἀπό τά ἄλλα δύο. Τό κάθε Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος κατέχει ὄχι τό ἕνα τρίτο τῆς θεότητας, ἀλλά ὁλόκληρη τήν θεότητα· ὅμως, τό κάθε θεῖο Πρόσωπο ζεῖ καί εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ θεότητα, μέ τόν δικό του διακριτικό καί προσωπικό τρόπο.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Βλ. Ἐπισκόπου Καλλίστου Γουέαρ, Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΡΟΜΟΣ (ἐκδόσεις «Ἑπτάλοφος») σ. 33 ἑξ.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Μόνο με την ταπείνωση θα βρείς σωτηρία.(Από το Γεροντικό)

10603313_10203184450155711_5811437786280233219_n
Κάποιος ερημίτης, που συνήθιζε να φορή μόνο ένα τρίχινο μανδύα, πήγε μια φορά να εξομολογηθή στον Αββά Αμμωνά.
- Αυτό μόνο δε σε ωφελεί σε τίποτε, Αδελφέ, του είπε ο Γέροντας, δείχνοντας του τον τρίχινο μανδύα.
- Με βασανίζουν τρεις λογισμοί, Αββά , είπε ο Ερημίτης. Ο ένας μου λέγει να κατοικήσω πολύ βαθειά στην έρημο, ο άλλος να πάω ξένος κι Άγνωστος σε μακρινό τόπο κι ο τρίτος να κλειστώ στην καλύβα μου, χωρίς να βλέπω άνθρωπο και να τρώγω κάθε δυό μέρες. Τί να διαλέξω απ ‘όλα αυτά?
- Κανένα δεν σε ωφελεί, του αποκρίθηκε ο Γέροντας. Αν θες ν ‘ακούσης τη συμβουλή μου, μείνε στο κελλί σου, τρώγε λίγο κάθε μέρα και κράτα διαρκώς στο νου και την καρδιά σου τα λόγια του τελώνη: «ο Θεός, ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ». Μόνο με την ταπείνωση θα βρείς σωτηρία.


Τα δυο μεγάλα όπλα, η επιείκεια και η πραότητα

Ο Χριστός είναι η προσωποποίηση της πραότητας και της επιείκειας. Όταν οι Ιουδαίοι ισχυρίζονταν με υπερηφάνεια ότι είχαν πατέρα τον Αβραάμ, τους κατηγόρησε με μεγάλη αυστηρότητα (γιατί τα έργα τους ήταν αντίθετα με το νόμο του Θεού και επομένως δεν έμοιαζαν καθόλου με τα έργα του Πατριάρχη Αβραάμ).
Όταν όμως τον αποκαλούσαν δαιμονισμένο, τους μιλάει με επιείκεια και υποχωρητικότητα, διδάσκοντας μας έτσι, να υπερασπιζόμαστε με θάρρος την αλήθεια και τα δικαιώματα του Θεού, αλλά να παραβλέπουμε τις αδικίες και τις ύβρεις που στρέφονται προσωπικά εναντίον μας.
” Είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά. Άν δεν ήμουνα πράος Υιός του Βασιλέως Θεού, δεν θα διάλεγα για μητέρα μου ταπεινή γυναίκα.
Άν δεν ήμουν πράος, δεν θα ερχόμουνα να μείνω μαζί σας, Εγώ που δημιούργησα την αόρατη και την ορατή πλάση.
Άν δεν ήμουνα πράος δεν θα ανεχόμουνα να σπαργανωθώ, Εγώ που είμαι ο Δημιουργός του χρόνου.
Άν δεν ήμουν ταπεινός, δεν θα δεχόμουνα να γεννηθώ σε φτωχή φάτνη, Εγώ που κατέχω τα πλούτη όλου του κόσμου.
Άν δεν ήμουνα πράος, δεν θα συζούσα με τα άλογα ζώα, Εγώ που δεν μπορούν να με ιδούν ούτε τα Χερουβίμ.
Άν δεν ήμουν πράος δεν θα με έφτυναν τα χείλη των ασεβών, Εμένα που έφτυνα τα μάτια των τυφλών και ανέβλεπαν.
Άν δεν ήμουνα πράος, δεν θα ανεχόμουνα τα ραπίσματα των δούλων, Εγώ που χάρισα στους δούλους την ελευθερία.
Άν δεν ήμουν πράος, δεν θα άφηνα να με χτυπούν με μαστίγια στην πλάτη μου, για να ελευθερώσω τους αιχμαλώτους.
Αλλά γιατί δεν λέω το σπουδαιότερο; Άν δεν ήμουνα πράος, Εγώ που δεν χρωστούσα τίποτε, δεν θα πλήρωνα αντί για τους αμαρτωλούς το χρέος τους, που ήταν τόσο μεγάλο, ώστε να απαιτούσε θάνατο. ”
Ας μη μας κυριέψει ποτέ ο θυμός. Γιατί ποιός απο εμάς όταν σκεφτεί το μυστικό Δείπνο και τον προδότη Ιούδα να κάθεται δίπλα στο Σωτήρα όλου του κόσμου, και Αυτόν που επρόκειτο να προδοθεί, να διαλέγεται μαζί του με τόση επιείκεια, δεν θα αποβάλει κάθε δηλητήριο θυμού και οργής;
Πρόσεξε λοιπόν με πόση πραότητα συμπεριφέρεται ο Χριστός απέναντι στον Ιούδα. Ο μεν Υιός του ανθρώπου φεύγει απ΄αυτή την ζωή όπως ακριβώς είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή γι΄Αυτόν, αλλοίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο από τον οποίο παραδίδεται ο Υιός του ανθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο γι΄αυτόν να μην είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος.
Γνωρίζει ο διάβολος τα όπλα του Χριστού, με τα οποία και νικήθηκε. Και ποιά είναι αυτά; Η επιείκεια και η πραότητα.
Ο Θεός έχει την εξουσία να κάνει όλα όσα θέλει. Αλλά όμως σαν να επρόκειτο να λογοδοτήσει, απολογείται, διδάσκοντας κι εμάς να είμαστε ήμεροι και φιλάνθρωποι.
Γιατί, αν ο Κύριος δίνει εξηγήσεις στους δούλους Του, και μάλιστα σε δούλους που Τον έχουν τόσο αδικήσει, πολύ περισσότερο πρέπει να δίνουμε εξηγήσεις εμείς, ο ένας στον άλλο, ακόμα κι αν έχουμε πολύ αδικηθεί.
Παιδαγωγική Ανθρωπολογία
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου